Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΄Εγραψαν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΄Εγραψαν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2015

Το ... χωμάτινο πρόσωπό μας


Φαντάσου ότι έχεις ζήσει σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχουν καθρέπτες...

Θα το είχες ονειρευτεί το πρόσωπό σου, θα το είχες φανταστεί σαν ένα είδος εξωτερικής αντανάκλασης αυτού που υπήρχε μέσα σου...

Κι έπειτα, υπέθεσε ότι στα 40 σου χρόνια, σου έδιναν ένα καθρέπτη. Φαντάσου την φρίκη σου...

Θα είχες δει ένα τελείως ξένο πρόσωπο και θα είχες καταλάβει καθαρά αυτό που αρνείσαι να παραδεχτείς: το πρόσωπό σου δεν είσαι εσύ...

Και το όνομά μας επίσης στην τύχη μας έχει κληρωθεί...

Το ίδιο γίνεται και με το πρόσωπο...

Θυμάμαι - αυτό θα πρέπει να έγινε προς τα τέλη της παιδικής ηλικίας - από το πολύ να κοιτάζομαι στον καθρέπτη, κατέληξα να πιστεύω ότι αυτό που έβλεπα ήμουν εγω...

Δεν έχω παρά μια αόριστη ανάμνηση εκείνης της εποχής, αλλά ξέρω ότι η ανακάλυψη του εγώ μου πρέπει να υπήρξε μεθυστική.

Αργότερα όμως, έρχεται μια στιγμή που στέκεσαι μπροστά στον καθρέπτη και λες στον εαυτό σου: αυτό το πράγμα είμαι πραγματικά εγω; και γιατί;

Γιατί πρέπει να είμαι αλληλέγγυος σ αυτό; Σε τι με αφορά αυτό το πρόσωπο; Και από το σημείο τούτο κι έπειτα όλα αρχίζουν να γκρεμίζονται.

Ολα αρχίζουν να γκρεμίζονται!

                                                                                                     Μιλάν Κούντερα



Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2010

Το φθινόπωρο της καρδιάς



του Τζων Γουώκερ






...Μόλις πέσουν τα φύλλα απ΄τα δέντρα, το πράσινο εγκαταλείπει τους λόφους αποκαλύπτοντας την ποικιλία και την μοναδικότητα κάθε υψώματος και κάθε κοιλάδας, τους βράχους και τα ρυάκια, το πηγάδι με την σκουριασμένη αντλία που μέχρι τότε έμενε αθέατη...


Τον Χειμώνα μονάχα, όταν οι λόφοι μας δείχνουν τις πιο βαθιές πτυχές τους, μπορούμε να τους γνωρίσουμε καλά.


Επειτα, την άνοιξη, όταν θα ξαναφορέσουν τη μάσκα τους, μπορούμε πάλι να κοιτάξουμε τους λόφους σαν παλιούς φίλους.


...Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Τον περισσότερο καιρό φοράμε τις μάσκες μας. Στους δύσκολους όμως καιρούς, όταν έρχεται ο χειμώνας στη ζωή μας, ρίχνουμε το προσωπείο μας και φανερώνουμε πόσο δαιδαλώδη και μοναδικά πλάσματα είμαστε.


Αυτές είναι οι στιγμές που πλάθονται φιλίες και γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο όσο ποτέ άλλοτε...

















Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

Πως Θα Χαρακτηρίζεται, Υστερα Από Μερικές Δεκαετίες, η Εποχή Μας;


Ενα διαφορετικό κείμενο για την κρίση με τις σκόρπιες σκέψεις του Γιώργου  Γραμματικάκη. Ελευθεροτυπία 29 Μαϊου 2010

"Καιρό τώρα σκεφτόμουνα να γράψω ένα κείμενο για την "κρίση". Το κείμενο όμως αυτό δεν προχωρούσε. Ισως επειδή η κάθε μέρα ανέτρεπε την προηγούμενη, η κάθε πρόβλεψη διαψευδόταν από τα γεγονότα, την κάθε διαβεβαίωση έπαιρνε το πρωί ο άνεμος. Εμοιαζε να είμαστε θεατές μιας τραγωδίας, που ενώ παιζόταν σε κάποια παράδοξη σκηνή, μας αφορούσε και μας συνέτριβε. Είμαστε θεατές, ταυτόχρονα όμως ηθοποιοί και σκηνοθέτες. Ο συγγγραφέας της τραγωδίας παρέμενε ωστόσο άγνωστος και ούτε θα τον μάθουμε, ίσως, ποτέ. Να ΄ναι άραγε ο κακός μας εαυτός, οι πολιτικοί που μας εκπροσωπούν ή κάποιοι άλλοι πίσω από οθόνες υπολογιστών, που μας επιβουλεύονται;
Δεν είναι λοιπόν ένα ακόμα κείμενο για την κρίση, αλλά οι σκόρπιες σκέψεις που προκάλεσαν ορισμένες πτυχές της. Σκόρπιος είναι άλλωστε και ο εαυτός μας, και το μέλλον θρυμματισμένο και αβέβαιο. Αυτόν τον εαυτό προσπαθούν να αποτυπώσουν οι γραμμές που ακολουθούν.

Ολους αυτούς τους μήνες αφθονεί ο λόγος ο χειμαρρώδης, ο καταγγελτικός. Ποιοί ή πως μας έφεραν εδώ, η κλοπή του δημόσιου χρήματος, η κλοπή της ελπίδας, οι υπεύθυνοι που δεν φυλακίζονται, οι ανάξιοι πολιτικοί - τόσα λόγια, επιδερμικά λόγια, λόγια του συρμού. Δεν ωφελούν. Ζούσαμε σ΄ένα ψεύτικο σκηνικό. Τώρα καθώς το σκηνικό καταρρέει, μόνον η σιωπή μοιάζει ειλικρινής. Αισθάνεται κανείς ότι πρέπει να σιωπήσει, επειδή τα λόγια έχασαν το νόημά τους.

Πόσο λοιπόν καλύτερα θα ήταν τα πράγματα, αν, ως πρώτο από τα πολλά "μέτρα" για την κρίση, υπήρχε η δυνατότητα επιβολής της σιωπής!  Μια μέρα την εβδομάδα ή τέσσερις ώρες την ημέρα, ένα πρωί ή ένα βράδυ, να σιγούσαν τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις, να έλειπαν τα σχόλια και οι συνεντεύξεις, να αφηνόταν ο πολίτης μόνος με τον εαυτό του, περίφροντις. Η χώρα δεν υφίστανται μόνον ένα καταιγισμό "μέτρων", που μέχρι να αφομοιωθούν έρχονται άλλα. Αναγκάζεται να υποστεί κι έναν καταιγισμό, ανελέητο, από αναλυτές και αναλυόμενους, από ενόχους και αθώους, από "εκπροσώπους" και συνδικαλιστές. Η σιωπή - πόσο πιο εκφραστική! Η σιωπή - πόσο πιο αληθινή!

Αλλοι θρηνούν για τα επιδόματα ή τον δέκατο τέταρτο μισθό, πολλοί για την ακρίβεια και την αύξηση των φόρων, άλλοι πάλι για τις συντάξεις που δεν επαρκούν. Αληθινά όλα, αλλά τόσο κοντόφθαλμα, τόσο εγωιστικά! Εχω την αίσθηση ότι πολύ γρήγορα η μόνη πραγματική διάκριση θα είναι: Εμείς όλοι που έχουμε κάποια μόνιμη δουλειά, κάποιο μικρό μισθό να τρέχει και όλοι οι άλλοι, οι άνεργοι και οι μετέωροι, εκείνοι που φοβούνται ότι θα κλείσει η επιχείρηση ή το μαγαζί τους, τα νέα παιδιά που είδαν τις ελπίδες τους να σβήνουν πριν καν δημιουργηθούν

Η ισοπέδωση της ιστορίας: τόσο άδικη! Μοιάζει ότι δεκαετίες τώρα σαν να υπήρχαν μόνον άφρονες πολιτικοί, μόνον άρπαγες του δημόσιου χρήματος, μόνον ύποπτοι άνθρωποι με βίλες και ακριβά αυτοκίνητα. Υπήρχαν αυτοί - και ασφαλώς σε αφθονία. Υπήρχαν όμως και οι άλλοι, πολλοί άλλοι. Δίπλα στην Ελλάδα τη διαφθοράς και της ευκολίας, υπήρχε πάντα η παράλληλη Ελλάδα. Δάσκαλοι που δίδασκαν με ευσυνειδησία και πάθος, άνθρωποι της Τέχνης και δημιουργοί σπουδαίοι, άξιοι επιχειρηματίες και δημόσιοι υπάλληλοι, βιοπαλαιστές με πείσμα και ήθος. Χτίστηκαν Νοσοκομεία και ιδρύθηκαν Πανεπιστήμια, έγιναν δρόμοι και ζωντάνεψαν χωριά, η "ανάπτυξη" ήταν ορατή με τα χίλια στραβά της - καθημερινά ωστόσο βελτίωνε την ζωή μας. Οταν η ισοπέδωση της ιστορίας γίνεται από ξένους, δείχνει άγνοια και τυποποιημένη σκέψη. Οταν εξασκείται από γηγενείς, ισοδυναμεί με έναν παράδοξο, ανομολόγητο εθνικό μαζοχισμό.

Ελεγα πάντα ότι η Ελλάδα είναι η χώρα των υποκριτικών εκπλήξεων. Κάποια στιγμή ένα θέμα, συχνά για λόγους τραγικούς, έρχεται στην επιφάνεια. Αρχίζει ο χορός της εκπλήξεως, των επιφωνημάτων και της καταδίκης. Οτι ωστόσο κάποια στιγμή θα φτάναμε εκεί ήταν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αυτονόητο. Οι πλημμύρες δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν, αφού τσιμεντώνονται τα ρέματα. Οι πυρκαγιές θα φουντώνουν, όσο κτίζονται οι καμένες εκτάσεις. Την παρερμηνεία του ακαδημαϊκού ασύλου θα ακολουθούσαν έκτροπα  και καταστροφές. Η άλωση του κράτους από τα κόμματα θα οδηγούσε στη διόγκωση και στην αβελτηρία του. Κάθε φορά, ωστόσο, που κυριαρχούσε στην επικαιρότητα μια καινούργια υποκριτική έκπληξη, περίσσευαν οι κραυγές  για την αναζήτηση ευθυνών και την τιμωρία όσων έφταιξαν. Το πολιτικό ωστόσο και κοινωνικό μας πλέγμα είχε μικρή την ικανότητα αντιδράσεως. Ετσι κι αλλιώς, ο θρήνος δεν διαρκούσε πολύ. Απλώς, μέχρι την επόμενη έκπληξη, την επόμενη υποκρισία. Τώρα, ωστόσο, η έκπληξη ήταν πραγματική. Δεν κρύβει υποκρισία, αλλά οδύνη. Κανείς δεν το περίμενε: Οτι η "υπερήφανη" Ελλάδα, που συμβάδιζε στα χαρτιά με την Ευρώπη, θα έφτανε σήμερα να επαιτεί και να ταπεινώνεται. Η έκπληξη τώρα δεν είναι υποκριτική, δεν το ξέραμε, είναι δύσκολο να το συλλάβουμε. Ξέραμε για τα ρυάκια: Οτι η Παιδεία μας ήταν λειψή, ότι το κράτος έπασχε, ότι η επιφανειακή μας ευμάρεια έκρυβε ανομίες και κυνισμό. Ξέραμε ότι τα ρυάκια είχαν γεμίσει σκουπίδια και πέτρες, όχι όμως ότι το ποτάμι που κατέληγαν φούσκωνε διαρκώς, και τώρα κινδυνεύει να πνίξει χωριά κι ανθρώπους. Οι υποκριτικές εκπλήξεις δεν ωφελούν πια. Ξέρομε ότι στα ρυάκια, που είχαν αφεθεί να γεμίσουν σκουπίδια, βρίσκεται η πληγή των δεινών μας. Ισως, όμως, αν η ροή τους αποκτήσει διαύγεια και ορμή, να αποτελούν και τη μόνη ελπίδα.


Μήτε η κακόγουστη γελοιογραφία ενός γερμανικού εντύπου, ούτε εκείνοι οι άνθρωποι χωρίς πρόσωπο που μοιάζουν να ρυθμίζουν τις τύχες μας, είναι η πιο πικρή στιγμή, το πιο εξοργιστικό φαινόμενο της κρίσεως. Αυτά τα ξένα, δεν είναι δικά μας, δεν μας ανήκουν. Τα άλλα, τα πικρά και εξοργιστικά, μας ανήκουν. Οπως εκείνη η μόνιμη, κουραστική επωδός του πολιτικού κόσμου: Ακόμα κι αυτές τις στιγμές, γι αυτούς προέχει το μικροκομματικό συμφέρον. Τη δική του τη γλώσσα μιλούν όπως πάντοτε, εκείνο υπερασπίζονται. Το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια μας - και τα δικά τους όμως πόδια - κι εκείνοι χειρονομούν εναντίον αλλήλων, κατηγορούν ο ένας τον άλλο για τις ευθύνες που ποτέ δεν αισθάνθηκαν, υπερηφανεύονται για αρετές που ποτέ δεν είχαν. Εκείνοι μάλιστα που πρόσφατα κυβέρνησαν τον τόπο, με τον ηγέτη τους ήδη σε αφάνεια, μοιάζουν φιγούρες γραφικές που σκιαμαχούν σ΄ένα τοπίο έρημο κι ωστόσο εκδικητικό.

Είναι ένας πόλεμος χωρίς ορατούς εχθρούς, ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία, χωρίς μάχες στο έδαφος ή στον αέρα. Το μέτωπο μοιάζει να είναι άλλο: η ψηφιακή ανθρωπότητα εναντίον της πραγματικής ανθρωπότητας.  Από τη μια μεριά, οθόνες υπολογιστών, πίνακες χρηματιστηρίων που συνεχώς μεταβάλλονται, άυλα όπλα. Από την άλλη, άνθρωποι φοβισμένοι ή σε απόγνωση, έντρομα έθνη και κυβερνήσεις που παραπαίουν. Πως θα χαρακτηρίζεται, ύστερα από μερικές δεκαετίες, η εποχή μας; Ως ο έσχατος παραλογισμός, ή μήπως η αυτοκατάργηση ενός πολιτισμού; Αν η πραγματική ανθρωπότητα - και όχι η ψηφιακή - ανακαλύψει κάποιο δρόμο επιβίωσης, θα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον σημερινό εαυτό της.

Κι ένας μονόλογος:

Τότε άρχισα να ξαναχτίζω τον δικό μου κόσμο. Οπως γινόταν παλιά, αποτελείται κυρίως από λέξεις, λέξεις ωστόσο με αξία αδιαπραγμάτευτη και διαρκή. Είναι - όπως λέει ο ποιητής - "λέξεις-χρησμοί, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον δια το παρόν και δια το μέλλον..."
Αρχισα λοιπόν πάλι να συλλέγω κάποιες λέξεις, για να ξανακτίσω - να ξανακτίσομε - τον δικό μας κόσμο. Είναι έργο επίπονο και δύσκολο.

Μήτε από ταμειακές μηχανές προέρχονται οι λέξεις, μήτε σε μέτρα, έκτακτα ή τακτικά, αντιστοιχεί το περιεχόμενό τους. Λέξεις όπως Παιδεία ή Αλληλεγγύη, η αξία της Τέχνης και η αξία της Γνώσεως, το βλέμμα ενός παιδιού και η σιωπή του μετανάστη - κι ακόμα το βλέμμα εκείνης ή το τραγούδι της θάλασσας, η ποιότητα της ζωής και η χειραψία με τον Αλλο. Η συμπόρευση με τους άλλους. Εγραφα χωρίς σταματημό, έκτιζα πάλι τον κόσμο.
Η Τέχνη, η Μουσική, το βλέμμα ενός ανέργου, η συγκίνηση του Θεατή, η έγνοια για τη φύση - δίπλα στην κάθε λέξη σημείωνα την κρυφή αξία της, "την απροσμέτρητον σημασία της δια το παρόν και δια το μέλλον". Εμεινα γρήγορα έκπληκτος: Λίγες μόνον λέξεις είχαν καταγραφεί και η αξία τους υπερέβαινε κατά πολύ το έλλειμμα το ελληνικό, υπερέβαινε όλα μαζί τα ελλείμματα των ευρωπαϊκών χωρών, ξέφευγε από τους περιορισμούς τυ ΔΝΤ, άγγιζε τα ελλείμματα της ψυχής και της ζωής μας.

*Αρθρο του Γιώργου Γραμματικάκη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης και Συγγραφέα.


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2009

Από Αύριο Σχολείο....

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ
(αντιγράφω από την εφημερίδα ΜΕΤΡΟ με ημερομηνία 28-12-04)

Ενας Ελληνας μαθητής γράφει στον Φινλανδό συνομήλικό του για το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας.

Αγαπητέ φίλε Μάρκο,

Σ΄ευχαριστώ για τις πληροφορίες που μου έδωσες, αλλά χωρίς να το θέλεις με έριξες σε βαθιά κατάθλιψη. Διαβάζοντας το γράμμα σου η γιαγιά μου, μου είπε πως "το σχολείο σας θυμίζει λίγο τις φιλοσοφικές σχολές στην αρχαία Ελλάδα, όπου παιδαγωγοί - μέντορες και μαθητές ζούσαν, δούλευαν και δημιουργούσαν γνώση μαζί, μέσα σε ένα περιβάλλον αμοιβαίου σεβασμού". Ενω σήμερα ο "μέντωρ" έγινε "κύριος καθηγητής", ο οποίος ηγείται από την έδρα του κοπαδιού των αμνών, εκ των οποίων οι περισσότεροι προορίζονται για θυσία στον "Μινώταυρο".

Με ρωτάς για το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα και δεν ξέρω στ΄αλήθεια από που να αρχίσω. Κάθε τόσο βγαίνουν διάφοροι υπεύθυνοι, ανεύθυνοι, δημοσιογράφοι, γονείς παππάδες, στρατηγοί και καλαμαράδες και ο καθένας λέει, γράφει και προτείνει ό,τι γουστάρει "για εμας χωρίς εμάς".

Εν τω μεταξύ, όλοι ασχολούνται μόνο για μερικές ώρες με θέματα παιδείας, μέχρι να προκύψει το επόμενο εθνικό θέμα για τις εξεταστικές ή για το αν ο Sakis θα εμφανιστεί στο MTV και η Κακομοίρα θα κάνει δίσκο με τον Σαββόπουλο, οπότε ξεχνιούνται όλα και το πρόβλημα μετατίθεται ξανά στις καλένδες.

Φίλε μου, είμαι σε πλήρη σύγχυση και το μόνο που μπορώ να εμπιστευτώ είναι πλέον η "ομαδάρα μου", γι΄αυτό με βλέπεις και τόσο "κολλημένο με την μπάλα". Ζηλεύω πολύ το σχολείο σας, το Ylaste, αλλά πολύ φοβάμαι πως, έτσι όπως μας έκαναν, σε ένα τέτοιο σχολείο εγω και οι περισσότεροι φίλοι μου θα λέγαμε Asta la vista, baby aste. Ηδη η διαρροή στο σχολείο μου ξεπερνάει το 25%, παρότι έξω από το σχολείο δεν περνάμε καλύτερα. Αντι να διασκεδάζουμε παίζοντας και μαθαίνοντας με κέφι, διασκεδάζουμε κάνοντας πλάκες με συμμαθητές και καθηγητές για να ξορκίσουμε τις αγωνίες και τους φόβους μας για το μέλλον. Τα μοναδικά συστήματα που γνωρίζω είναι αυτά του στοιχήματος και του... Μπάγεβιτς.

Ας μπούμε κατευθείαν στο θέμα μας. Το σχολείο μου είναι δημόσιο και βρίσκεται σε μια εργατική συνοικία στον Κορυδαλλό, κοντά στις φυλακές. Δεν έχει καμιά σχέση με τα ιδιωτικά, τα οποία γνωρίζω μόνο από περιγραφές. Το σύστημα το δικό μας, με το σύστημα της Εκάλης ή του Γείτονα έχει τόση σχέση, όση και το σύστημα του Μπάγιεβιτς με το σύστημα Σάντος.
Το κτίριο του σχολείου είναι όπως όλα στην περιοχή μας. Ούτε καλύτερο, ούτε χειρότερο από το κτίριο των φυλακών που είναι δίπλα μας. Λένε πως όταν πριν από 70 χρόνια είχε δημιουργηθεί αυτό το αρχιτεκτονικό σχέδιο, είχε πάρει διεθνές βραβείο για τις πρωτοποριακές του γραμμές. Ηταν το πρώτο και τελευταίο διεθνές βραβείο για την παιδεία μας.


Γι΄αυτό και τυποποιήθηκε από τον ΟΣΚ και έγινε κάτι σαν σύμβολο. Πρόσφατα μας επισκέφτηκαν μαθητές από τη Γερμανία και μόλις αντίκρυσαν το κτίριο έμειναν με το στόμα ανοιχτό: "Αααα, βλέπουμε ότι έχετε και γκαράζ αυτοκινήτων", μας είπαν. "Οχι" τους είπαμε, "αυτό είναι όλο το σχολικό συγκρότημα" και ξαφνικά από υπερήφανοι μαθητές γίναμε αυτοκινητάκια (...)


Τα κτίρια λοιπόν είναι λιτά και κρύα και επειδή λείπει εντελώς το πράσινο, τα γεμίσαμε με γκράφιτι, για να μοιάζουν πιο ανθρώπινα. Το σχολείο αρχίζει στις 8:15 το πρωί. Αφού ακούσουμε μερικές γενικές συμβουλές και καμιά φορά και μερικές ονομαστικές "καμπάνες" από τον "κύριο διευθυντή", αρχίζει η "θρησκευτική κατάνυξη". Οταν ο ίδιος ο Υιός του Θεού έπρεπε να απομονωθεί ακόμη και από τους Μαθητές του για να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον Πατέρα Του, εμείς προσευχόμεθα μαζικά και ολίγον υποκριτικά και αυτό είναι φυσικό, αφού τα μισά παιδιά είναι άλλων θρησκευτικών δογμάτων και ξέρουμε ότι από μέσα τους θα βρίζουν τα Θεία μας. Μετά από αυτό το πρώτο μάθημα σύνεσης και υποκριτικής, που βαφτίζεται αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή, μπαίνουμε στην τάξη εξαγριωμένοι και έτοιμοι για τη μάχη... Αφού πάρει τις απουσίες ο σπασίκλας, δηλαδή ο καλύτερος μαθητής, αρχίζει το παιχνίδι της μάθησης.


Ευτυχώς οι πολύ καλοί μαθητές δεν είναι παραπάνω από δυό τρείς και έτσι τις τραυματικές εμπειρίες τις έχουν αυτοί κι όχι εμείς, που είμαστε η πλειοψηφία.

Λοιπόν, το αυστηρό ύφος υποδοχής του ¨κύριου Διευθυντή" στο προαύλιο διαδέχεται το βλοσυρό του "κυρίου καθηγητή" μέσα στη τάξη. Σε αντίθεση με εσάς, που προσφωνείτε με αναίδεια τον "κύριο καθηγητή" "ε, δάσκαλε, hei ope" και του μιλάτε στον ενικό σαν να είστε φίλοι, εμείς λέμε "πολιτισμένα" "κύριε". "Δεν πρέπει να τους πάρουμε τον αέρα"...


Δεν ξέρω ποιό είναι πιο σωστό, όμως η γιαγιά μου που ξέρει, μου λέει ότι την προσφώνηση "κύριε" δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ οι πρόγονοί μας , αλλά είναι κληρονομιά και κατάλοιπο του ασιατικού δεσποτισμού. Ακόμη και οι μαθητές των μεγάλων σοφών Πλάτωνος και Αριστοτέλη τους προσφωνούσαν με το "διδάσκαλε". Μόνο οι σκλάβοι προσφωνούσαν τον ιδιοκτήτη τους με το "κύριέ μου" που σημαίνει "ιδιοκτήτη μου".

Ετσι, σύμφωνα με την ιουδαϊκή-ισλαμική παράδοση, αλλάξαμε και τη γλώσσα μας.

Οι λέξεις αρετή, σεβασμός, ειλικρίνεια, σεμνότης, σοβαρότης, αγάπη του κάλλους και της γνώσης και ΄λλες "κακές ελληνικές λέξεις" υποκαταστάθηκαν από τις νέες λέξεις δόλος, υποταγή, φαρισαϊσμός, σεμνοτυφία, σοβαροφάνεια, μίσος για το γυμνό και την επιστημονική γνώση. Μαζί με τα γυμνά σώματα σκεπάσαμε την ελεύθερη σκέψη και τις ψυχές μας. Αθώες και μικρές αλλαγές, με βαριές και μεγάλες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα ανθρωπίνων σχέσεων (σχολικών, εργασιακών, μεταξύ των δυό φύλων κλπ). Τα πρώτα αυτά μαθήματα είναι τα σημαντικότερα για την μετέπειτα ζωή μας, λένε.

Τον τελευταίο καιρό, το βλοσυρό ύφος των "κυρίων πνευματικών μας ιδιοκτητών" οξύνθηκε, διότι πολλοί έχασαν τις υλικές τους ιδιοκτησίες στο χρηματιστήριο. Την περίοδο 98-99 όταν το χρηματιστήριο πήγαινε καλά, η μοναδική τηλεόραση του σχολείου ήταν στην αίθουσα των "κυρίων", ρυθμισμένη σε ένα κανάλι, που έδειχνε on line την εξέλιξη των τιμών στο ΧΑΑ. Από την έκφραση του προσώπου τους καταλαβαίναμε αν έπεσαν ή ανέβηκαν οι τιμές.

Μπορεί εσείς με τους καθηγητές σας να έχετε μια ιδανική επικοινωνία σε επίπεδο ισότιμης, γνωστικής νοημοσύνης, εμείς όμως έχουμε άριστη σε επίπεδο ιεραρχικής συναισθηματικής νοημοσύνης. Μας "σέβονται" και μας "πονάνε" ψυχικά και τους το ανταποδίδουμε.

Για ενισχυτικά μαθήματα, βέβαια, δεν συζητάμε. Οι περισσότεροι δεν έχουν ελεύθερο χρόνο να προετοιμαστούν ούτε για τα βασικά μαθήματα, γιατί πρέπει να βγάλουν τα χαμένα από παράλληλες δραστηριότητες.


Φέτος γνωρίσαμε για πρώτη φορά τον κανονικό καθηγητή της βιολογίας, που είχε αφήσει την οργανική του θέση για επτά χρόνια, με εκπαιδευτική άδεια, για να κάνει μεταπτυχιακά για το περιβάλλον. Επτά χρόνια έκανε ιδιαίτερα στο Κολωνάκι και μετρήσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε ουζερί της Δεξαμενής. Κάτι που βοήθησε την οικονομία μας και εξηγεί τις υπερβολικές τιμές των καφενείων και των ουζερί της Αθήνας που είναι γεμάτα από το πρωί, όμως δεν βοήθησε καθόλου το περιβάλλον μας και ακόμη λιγότερο εμας, διότι γύρισε πιο σνομπ...

Υστερόγραφο:

Και μια και μιλήσαμε για την σημασία των προτύπων, ο πιο σοβαρός Ελληνας πρότυπο είναι ο "πρίγκιπας Μπάγιεβιτς". Αυτόν έπρεπε να είχαμε υπουργό παιδείας. Μετά τον αγώνα με την Λίβερπουλ είπε τρις: "Εγω φταίω, ναι εγω φταίω, εγω φταίω για όλα". Ας δω ρε φίλε, να το λέει και ένας υπουργός Παιδείας ή οι καθηγητές μας και υπόσχομαι να γίνω ο πρώτος μαθητής. Δεν μπορεί για όλα να φταίμε εμείς και να μας περιγελούν οι σοβαροφανείς "μεγάλοι".


Στον Καναδά, που είναι επίσης ανάμεσα στις πρώτες πέντε χώρες στον κόσμο, η μεταρύθμιση, όπως μουη γράφει η θεία μου απο το Τορόντο, άρχισε πριν 20 χρόνια με το σύνθημα των δασκάλων τους: "Ζήτω. Βρήκαμε ποιός είναι εχθρός της παιδείας μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι". Σπάνια θα βρεις Ελληνα δάσκαλο που να μην έχει πει σε παρέες ειρωνικά: "έχω ένα σωρό κούτσουρα απελέκητα στην τάξη". Μα δάσκαλε και κύρη μου, η δουλειά σου είναι να τα πελεκήσεις πνευματικά και όχι να τα κουτσουρέψεις ψυχικά. Υπάρχουν κι άλλοι πιο πρακτικοί τρόποι για να θεραπεύσεις τη νεύρωση του ανικανοποίητού σου. Αφησε τις δικαιολογίες με τα λίγα χρήματα, γιατί το ήξερες από πριν και κανείς δεν σου έβαλε το περίστροφο στον κρόταφο για να γίνεις δάσκαλος.

Φίλε μου, εδω ζούμε όλοι μέσα σε ένα κοινωνικό ψέμα και μας αρέσει, κατάλαβες;

Κοινώς, "την βρίσκουμε" όλοι και μας αρέσει να βράζουμε μες το ζουμί μας κραυγάζοντας: "Είμαστε νικητές, είμαστε οι πρώτοι, αλλά μας υποθάλπουν οι ξένοι δάκτυλοι". Ξέρω, θα μου πεις ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι πέτυχαν ό,τι πέτυχαν γιατί αμφισβητούσαν συνεχώς τα πάντα και πιο πολύ τον εαυτό τους, γι΄αυτό επιδίωκαν συνεχώς το βέλτιστο-άριστα. Ομως, αν έρθεις ποτέ στην Ελλάδα, μην κάνεις το λάθος και μας αμφισβητήσεις, γιατί ο νεοέλληνας τα ξέρει όλα αυτά, αλλά δεν του αρέσει να τα ακούει.

Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι ότι ο μυθικός αμφισβητίας και πατέρας των επιστημών και των τεχνών, Προμηθέας, είναι αλυσοδεμένος στα υπόγεια της οδού Μητροπόλεως και περιμένει τον νέο Ηρακλή, που αψηφώντας την οργή των σύγχρονων θεών του χρήματος και των διαπλοκών, θα τον απελευθερώσει για να ολοκληρώσει το έργο του. Αν η διαπλοκή για τα μεγάλα έργα αφορά σε μερικές χιλιάδες, η διαπλοκή για την παιδεία αφορά σε εκατομμύρια νοσταλγών της λοβιτούρας και της τσέπης.

Και μια τελευταία παράκληση, μια και είσαι τόσο κοντά στον Αι Βασίλη: δεν πας μια βόλτα να του πεις φέτος αντί για δώρα να μας έρθει με καμιά μαγκούρα στην Ελλάδα και όποιον πάρει ο χάρος;
Συγνώμη φίλε, αλλά πρέπει να διακόψω. "Εχω αγώνα αύριο".

Σωκράτης Ελληνιάδης

(για την διόρθωση και αντιγραφή: Αλέξανδρος Πιστοφιλίδης)

Παρασκευή, Ιουλίου 31, 2009

Ενα Πολύ Καλό Βιβλίο




Αυτή η ανάρτηση την έγραψα σαν ένα μεγάλο ευχαριστώ στη φίλη μου Αννα που διάλεξε το βιβλίο και μου το χάρισε, δώρο στα γενέθλιά μου, γιατί ξέρει πόσο αγαπώ την Μάρω Βαμβουνάκη. "Χορός Μεταμφιεσμένων" ο τίτλος του και η πρώτη του έκδοση 30.000 αντίτυπα! Το δικό μου βιβλίο έχει γλυκιές ευχές δια χειρός Αννας που το κάνει μοναδικό.


Επίσης αυτή η ανάρτηση είναι γραμμένη για την διαδικτυακή μου φίλη Dee Dee που σε λίγο καιρό θα ευτυχίσει να κρατήσει στην αγκαλιά της ένα κομματάκι μέλλοντος χρόνου, πλασμένο από αγάπη, γιατί αγαπάει την Μάρω όσο κι εγω.


Στις πρώτες μου αναρτήσεις, δυό χρόνια πριν, είχα γράψει πάλι αποσπάσματα από ένα άλλο βιβλίο της που είχε γίνει σημαία μου στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας και που πάντα θα είναι ένα λατρευτό βιβλίο. Οσα χρόνια κι αν περάσουν. Τα βιβλία της είναι δικός μου φάρος για να χρησιμοποιήσω μια της έκφραση από την εισαγωγή του βιβλίου.

Διάλεξα αποσπάσματα που να μπορούν να σταθούν μόνα τους. Τα κομμάτια αυτά που υπογραμμίζω για να μην χάνω τα σημεία που στάθηκα λίγο παραπάνω. Ελπίζω να τα απολαύσετε!

Το βιβλίο ξεκινάει μ΄ένα κεφάλαιο που έχει τίτλο: "Το βάρος του άδικου μπράβο". Το γνωρίζω καλά αυτό το βάρος. Σε αποπροσανατολίζει και σου στερεί αυτό που είσαι. Μεγάλη πληγή που κάνουν άθελά τους (;) αγαπημένοι και σημαντικοί για την ζωή μας άνθρωποι.

*Ποτέ μια σκέψη που ξέβρασε παράξενα μια προηγούμενη δεν είναι άσχετη όσο νομίζει η εξαιρετικά περιορισμένη μας συνείδηση, και είναι χρόνια τώρα που μ΄αρέσει να γυρεύω το γιατί και πως μια αιφνίδια μνήμη, μια αιφνίδια εικόνα ή ιδέα κυριεύουν το νου μου. Πάντα υπάρχει ένας λόγος που προηγήθηκε, ένας λογικός ερεθισμός που άγγιξε τις αποθήκες του κρυμμένου παρελθόντος, εκείνες που ονομάζουμε υποσυνείδητο ή ασυνείδητο.


*Ο ταπεινός όπως και το αθώο παιδάκι, δεν έχει καιρό και διάθεση να ασχολείται συνεχώς με την εικόνα του, το πως τον κρίνουν οι άλλοι και τα ανακυκλούμενα αρνητικά συναισθήματά του. Γίνεται όλος μάτια και αισθήσεις στη δίψα του να χαίρεται το παρόν και να κατανοεί όσα προσφέρονται. Αρα ζει.
Το εγώ το αυθεντικό, όχι το κομπλεξικό, το ανακαλύπτεις ως μαργαριτάρι μόνο άμα το εξαφανίσεις. Ομως τούτη η γόνιμη απώλεια είναι δραματικά δυσεπίτευκτη, γιατί δεν μπορείς να χάσεις κάτι που δεν έχεις.


Είναι μεγάλη νίκη να τραβάμε το παραπέτασμα του εαυτούλη μας και να αγναντεύουμε τα έξω τοπία, τον άλλον όπως είναι, το άλλο όπως είναι, όχι σε σύγκριση με εμάς. Να επανερχόμαστε στην παρθένα ματιά, την πρώτη αυγή, κάθε τόσο, όπως οι μεγάλοι δημιουργοί.

*Η προϋπόθεση της αυθεντικής ζωής είναι η εσωτερική ανεξαρτησία του προσώπου. Ούτε η αγάπη, ιδίως η αγάπη, δεν είναι εξάρτηση. Οι δεσμοί αγάπης είναι μια διαρκώς ελεύθερη και με αγνή έμπνευση ανανεούμενη επιλογή, όπως και η υποταγή κάποιου στο πιστεύω του είναι η ύψιστη πράξη ελευθερίας. Η υποταγή από ανάγκη - και η ανάγκη ενέχει πάντα ιδιοτέλειες είναι εντελώς άλλο πράγμα.

* Δεν υπάρχει πράξη μας, δεν υπάρχει απόφασή μας που να μην παλαντζάρει με τη συνέπειά της, με το επακόλουθό της, αργά ή γρήγορα στη ζυγαριά μιας λογικής ή υπέρλογης δικαιοσύνης.

* Ο ψίθυρος που ψιθυρίζεις στο υπόγειο, θα ΄ρθει η στιγμή που θα ακουστεί σαν δυνατή κραυγή στην ταράτσα.


* Υπάρχει μεγαλύτερη ισχύς από το να μην έχεις ανάγκη ούτε την επίθεση ούτε την άμυνα;


* "Κανείς δεν αλλάζει αν δεν μισεί εκείνο που πρέπει να αλλάξει μέσα του", μου έλεγε ένας μυαλωμένος φίλος. Να το μισεί!... Ούτε ψυχοθεραπεία, ούτε πνευματικός, ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να σε βοηθήσει να γιατρευτείς αλλιώς.


* Η συστηματική αποστροφή της πραγματικότητας είναι η αρχή της ασθένειας.


* Το έχω προσέξει, όταν κάποια πρωινά βγω για ψώνια βαρύθυμη, ή έστω, βαριεστημένη, μια και μόνο συνάντηση με έναν καλό, ακόμη και άγνωστο πρόσωπο στο δρόμο με μεταμορφώνει αυτόματα. Μια ηλικιωμένη κυρία που με φωτεινή ματιά και διάχυτη ευγένεια πλησιάζει να με ρωτήσει που είναι η τάδε οδός, ο τρόπος που θα με ευχαριστήσει μετά, τα χαμόγελα που ανταλλάσσω με κάποιο περιπτερά, το γενναιόδωρο "περάστε" που μπορεί να μου γνέψει ένας οδηγός στην διασταύρωση, το να τρακάρω πεζή σε πεζοδρόμιο με άλλον πεζό και, καθώς προσπαθούμε να ξεμπλέξουμε, να κάνουμε ταυτόχρονα τα ίδια βήματα προς την ίδια μεριά, και ύστερα να βάζουμε με οικειότητα τα γέλια γι΄αυτό μας το παράξενο αδιέξοδο. Τι ωραίοι που είναι οι άνθρωποι!... Λες κι ένα θερμό ηλεκτρικό ρεύμα περνά στο κεφάλι μου και στο στέρνο και με κάνει άμεσα να δω την εικόνα της σημερινής μέρας αλλιώς. Να μετατρέψω τα μαύρα συμπεράσματά μου περί ζωής και ανθρώπου και να μ΄αρέσει που ζω. Τα όμορφα, ελάχιστα αισθήματα που εισπράττουμε από τον άλλον, στιγμιαία, μας μεταμορφώνουν. Ισως, σκέφτομαι, και κάποιος άντρας, που με κρυμμένο το όπλο προχωρά προς το έγκλημα που αποφάσισε, από ένα καλόψυχο χαμόγελο μιας γιαγιάς, όπως αυτή που σήμερα συνάντησα, να αλλάξει την απόφασή του. Η μετάγγιση των ψυχισμών κρατά μυστήρια δύναμη. Τόση που ούτε ο θάνατος την αναστέλλει.


*Μια από τις μεγαλύτερες "επεξεργασίες θλίψης" είναι να σκαλίζουμε συνεχώς τα κακά που μας έχουν κάνει ή τα καλά που δεν μας έχουν κάνει οι γύρω μας. Είναι απ΄τις πιο δημοφιλείς σκέψεις, όταν καθόμαστε μόνοι, και η οργή που σιγά σιγά ανάβουν, το σαράκι του ναρκισσιστικού παράπονου, η αρνητική ένταση και, στο τέλος, η κατάπτωση δεν έχουν τελειωμό.


* Ο συγκλονισμός της βαθύτατης ένωσης δυό πλασμάτων, γεννημένων το ένα για το άλλο κατά τρόπο μοιραίο και ανεξερεύνητο, πέφτει αβάσταχτα βαρύς με τον καιρό για τις ανθρώπινες αντοχές. Εκπαιδευμένοι οι άνθρωποι από τη γέννησή τους για τη σχετική ζωή, στα όρια ασφαλείας, στην καθησυχαστική μετριότητα, στις δεδομένες συμβάσεις, τρομοκρατούνται όταν βρεθούν να αναβαπτίζονται από το απόλυτο ενός απόλυτου έρωτα, να ξανοίγονται στο άπειρο, στην αντικοινωνική έρημο του ερωτικού δεσμού. Ούτε τη δυστυχία την υπερβολική υποφέρει ο άνθρωπος, πάντα θα αναζητά να δραπετεύει - με αλλαγές ζωής, με μεταστροφή του νου, με απωθήσεις, με ψυχοτρόπες ουσίες, ακόμη και με αμνησία, αυτό τον ακραίο αμυντικό μηχανισμό που δεν του δίνουμε την αξία που έχει όταν μιλούμε για άνοια και πρώιμο Αλτσχάιμερ -, αλλά ούτε και την υπερβολική ευτυχία αντέχει. Και η ερωτική συνάντηση δυό παθιασμένων εραστών συνιστά τούτο ακριβώς το αφόρητο: μια υπερβολική αμάθητη ευτυχία. Τόσο υπερβολική και τόσο αμάθητη που μπορεί να την μπερδέψουν με δυστυχία, να μη σιγουρεύονται δηλαδή αν καίει ή παγώνει το δέρμα τούτο το κομμάτι που βαστούν. Είναι πάγος ή αναμμένο κάρβουνο;


* Τον πρώτο καιρό οι εραστές θα είναι φτερωτοί άγγελοι ευφορίας. Θα πετούν πάνω από τους άλλους και πάνω απ΄τις πολιτείες, οικτίροντας όσους δεν έχουν την ευλογία τους, όλους τους άλλους δηλαδή. Θα βυθιστούν ο ένας στον άλλο με αγαλίαση, ίσως και με αλαζονεία. Θα αισθάνονται πως είναι οι εκλεκτοί του Θεού κι αυτό θα τους πάρει για ένα διάστημα τα μυαλά. Θα είναι δύσκολο να συναναστρέφονται τρίτους, έχουν ανάγκη την απομόνωση γιατί έχουν αναπτύξει μια διάλεκτο προσωπική, κριτήρια χίμαιρας, δεν μπορούν να εξηγήσουν, ούτε έχουν χρόνο. Αμα ζεις, δε χρειάζεσαι δικαιολογίες, ούτε να επιδεικνύεις τίποτα χρειάζεσαι, όταν αληθινά, με πληρότητα ζεις. Τι υπέροχη περιπέτεια!


* Δεν γίνεται καταπίνοντας χάπια, βάζοντας μαγικά υγρά με ενέσεις στις φλέβες σου ή καπνίζοντας στις τουαλέτες χόρτο να γλιτώσεις απ΄τον εαυτό σου. Μια τέτοια ελπίδα είναι μονάχα για κουτούς και δειλούς, τόσο δειλούς που βλακεύουν. Κι όχι μόνο γιατί σε περιμένουν οι παρενέργειες των ουσιών, αλλά και γιατί η χαλάρωση, η ευφορία, η απόδραση απ΄την αφόρητη θλίψη δε θα διαρκέσουν πολύ. Θα ξαναπέσεις σε λίγο στο πηγάδι σου. Με μεγαλύτερο ίλιγγο, που θα γυρέψει να αυξήσει το μόχθο της ζητιανιάς σου. Για αυτοεκτίμηση πια δεν μιλώ, είναι τόσο παραιτημένη και απωθημένη από πρωτόγονη ανάγκη, που φαίνεται να χάθηκε. Ελα όμως που δεν χάθηκε... Ποτέ δεν χάνεται η λαχτάρα για αξιοπρέπεια κι άμα απωθείται, κουρνιάζει θυμωμένη στον υπόνομο του ασυνείδητου και περιμένει την ώρα της, όπου θα πάρει τα πάνω της με καταστροφές ή, το πιο συχνό σ΄αυτήν την περίπτωση, με αυτοκαταστροφές.


* Το ξέρω πως η απογοήτευση δεν έχει γεύση συμπαθητική. Ομως για να απογοητευτείς σημαίνει θα πει πως γοητεύτηκες, κι είναι αυτό ήδη κέρδος, ένα υγιές δώρο. Η γοητεία έχει ρίσκο, αλλά και χωρίς γοητεία πάλι, ζαρωμένος και χλιαρός από το φόβο μιας πιθανής απογοήτευσης, η ζωή γίνεται χρονίως αντιπαθέστατη. Βαραίνει.


Δεν χρειάζεται να γράψω πως είναι ένα υπέροχο βιβλίο από την αρχή ως το τέλος του. Ηθελα μόνο να φέρω λίγη απ΄την ομορφιά του. Μάλιστα δυσκολεύτηκα πολύ να αφήσω εκτός τα υπόλοιπα κομμάτια του βιβλίου...

Και τώρα με την δεύτερη ανάγνωσή του το αγαπώ ακόμα περισσότερο. Να είσαι καλά Μάρω και να μοιράζεσαι, όπως το κάνεις τόσα χρόνια, τις σκέψεις σου, τις αγωνίες σου, τις ελπίδες σου, τα όνειρά σου, την γνώση σου. Σ ευχαριστώ!

Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

Ανάσταση χωρίς Σταύρωση γίνεται;;;




... Μεγάλη Εβδομάδα και το μυαλό βηματίζει δίπλα στην καρδιά. Συζητούν για την αγάπη. "Γιατί μέρος αυτού του κόσμου θέλει να κάνει το κακό;" με ρώτησε χθες η φίλη μου. "Γιατί δεν μεγάλωσαν όλοι με αγάπη" είπα χωρίς πολύ σκέψη...

Εχω ένα όμορφο κείμενο για την Αγάπη, το έχω κρεμάσει στον τοίχο δίπλα στον υπολογιστή για να το βλέπω κάθε μέρα. Ομως δεν γνωρίζω τον συγγραφέα:
"Την επόμενη φορά που θα ΄χω την παρόρμηση να σου μιλήσω άσχημα ή σκληρά, θα καταπιώ την γλώσσα μου και θα σωπάσω. Η ΑΓΑΠΗ δεν μου δίνει το δικαίωμα της σκληρότητας...
Αν δεν μπορώ να είμαι γενναιόδωρος για να σε βοηθήσω, θα προσπαθήσω, τουλάχιστον, να μην σταθώ εμπόδιο στο δρόμο σου. ΑΓΑΠΗ σημαίνει να σε περιμένω να ωριμάσει...


Δεν θα σου φορτώσω τα προβλήματά μου. Εχεις αρκετά δικά σου προβλήματα και δεν χρειάζεσαι τα δικά μου. Η ΑΓΑΠΗ μου πρέπει να κάνει πιο εύκολη την ζωή σου, όχι πιο πολύπλοκη...

Δεν χρειάζεται πάντα να έχω δίκιο. Μπορώ να δεχτώ ότι έχεις κι εσυ δίκιο, όσο συχνά έχω κι εγω. ΑΓΑΠΗ σημαίνει να μοιράζεσαι. Αν ήδη ξέρω ότι έχω δίκιο, δεν θα ωφεληθώ από τη διορατικότητά σου...
Δεν χρειάζεται να διευθύνω πάντα εγω τη σχέση μας. Η ΑΓΑΠΗ είναι άμπωτη και πλημμυρίδα. Κάποιες φορές χρειάζεται να αποσύρομαι κι άλλες πάλι να παίρνω στα χέρια μου τον έλεγχο....

Δεν είναι ανάγκη να είμαι τέλεια. Ούτε κι εσυ. ΑΓΑΠΗ είναι η εκτίμηση της ανθρώπινης υπόστασής μας, όχι της τελειότητάς μας...


Μπορώ να παραιτηθώ από την απαίτησή μου να σ΄αλλάξω. Αν θέλουμε να ζήσουμε μαζί, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε ο ένας τον άλλο, όπως είμαστε. Στο κάτω-κάτω, η ΑΓΑΠΗ προοδεύει με αμοιβαία ωρίμανση...


Δεν χρειάζεται να σου καταλογίζω ευθύνες. Αφου είμαι ενήλικος, που παίρνει αποφάσεις βασισμένες στη προσωπική του εμπειρία, δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν για μια λαθεμένη απόφαση, εκτός από τον εαυτό μου. Η ΑΓΑΠΗ τοποθετεί την ευθύνη εκεί που ανήκει...


Μπορώ να παραιτηθώ από τις προσδοκίες μου. Να επιθυμώ είναι ένα πράγμα και να προσδοκώ άλλο. Το ένα φέρνει ελπίδα, το άλλο μπορεί να φέρει πόνο. Η ΑΓΑΠΗ είναι απελευθερωμένη από προσδοκίες...

Η ΑΓΑΠΗ είναι η μεγαλύτερη από τις ανθρώπινες εμπειρίες και αργά ή γρήγορα, όλοι συνειδητοποιούμε ότι χωρίς αυτήν, η ζωή είναι άδεια και χωρίς νόημα. Η ΑΓΑΠΗ αξίζει πάντα την προσπάθεια...."

Ετοιμάζω βαλίτσες. Μακριά από την σφαγή των αμνών. Θα πάμε Βενετία. Εχει την ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που την έχτισαν με τα χρήματά τους οι Ελληνες. Εκεί θα κάνουμε Ανάσταση. Μακάρι κάποτε να πάρουμε το μήνυμα και να σταματήσουμε να σταυρώνουμε όποιον μιλάει για αγάπη...

Καλή Ανάσταση!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Πίστη


Τα όριά σου προσδιορίζονται πάντα από το τι πιστεύεις ότι είναι κατορθωτό. Αλλαξε αυτή την πεποίθηση και θα μπορέσεις να εξαφανίσεις κάθε όριο. Ξεπέρασέ τα, τίμησε και δόξασε τη ζωή σου.

Ξεπέρασε την υποδούλωση και ζήσε πλήρως στο παρόν, αφού αυτός είναι ο μοναδικός χρόνος, ο πραγματικός που διαθέτεις. Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να σου προκαλέσει οργή ή άγχος, ΕΣΥ μπορείς να τα προκαλέσεις ανάλογα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο μέσα στον οποίο ζεις και υπάρχεις.


Δοκίμασε να σκύψεις βαθιά στα έγκατα της ψυχής σου. Θα βρεις πολύτιμα πετράδια, διαμάντια πρωτόφαντα, ήχους και γεύσεις ουράνιες. Και τότε θα χαρείς τη ζωή σου διπλά.


Ταξίδεψε με τους ανέμους και τις λάμψεις των αστεριών του στερεώματος. Παρατήρησε τους σπόρους να βλασταίνουν. Μύρισε το χώμα που πατάς. Σκαρφάλωσε στα ψηλά βουνά των δυσκολιών της καθημερινότητας. Πολέμησε την μακαριότητα και το καθημερινό ίδιο δρομολόγιο. Και τότε θα καταλάβεις καλά ότι ΟΛΑ όσα θάθελες, θα επιθυμούσες, θα ένιωθες, θα ονειρευόσουν, ΟΛΑ περικλείονται σε μια λέξη. Τόσο ΜΥΣΤΙΚΗ, τόσο ΔΥΝΑΤΗ, τόσο ΥΠΕΡΟΧΗ, τόσο ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ.


ΠΙΣΤΗ ......................................................... την λένε.


Στους αιώνες του ανταγωνισμού που ζούμε όλοι μας, αυτή είναι η επίφοβη λέξη. Αυτή κινεί το ΣΥΜΠΑΝ. Αυτή ξεχωρίζει τους Δυνατούς απ΄τους Αδύνατους. Τους Οραματιστές από τους Συμβιβασμένους. Τους Δημιουργούς από τους Μέτριους. Τους Πραγματικούς ή Αληθινούς απ΄τους Ψεύτικους. Τους Γνήσιους απ΄τους Κάλπικους.

ΠΙΣΤΗ..................... ότι όλα μπορούν να γίνουν.


Ολά μπορούν να ξεπερασθούν. Ακόμα κι αν πονέσεις. Αν ματώσεις, αν κλάψεις. Αν χτυπήσεις. Αν κομματιαστείς. Η ψυχή σου να ορθώνεται ξανά και ξανά. Υπερήφανα να στέκεται πάνω από την σκοτεινή νύχτα. Με καρτερία να ξεπερνάει τις καταιγίδες και τις στερήσεις, συνάμα με τις σειρηνες του συμβιβασμού και της αδιέξοδης στασιμότητας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 10, 2008

Να Είσαι Ο Εαυτός Σου



Είναι ένα κείμενο που βρέθηκε στην παλιά εκκλησία του Αγιου Παύλου στη Βαλτιμόρη το 1692.

Επεσε το πρωί στα χέρια μου, την ώρα που στη σκέψη μου είχα την Βασιλική Νευροκοπλή - που είναι ο εαυτός της - και που παρουσίασε το τελευταίο της βιβλίο, "Σε Τέμπο Κόκκινο" εκδόσεις Λιβάνη, το Σάββατο στον Ιανό στην Αθήνα και ήμουν απούσα....

"Ρώτησα τον πατέρα μου αν υπάρχει Θεός. Κι εκείνος μου απάντησε: "για εκείνους που πιστεύουν πως υπάρχει Θεός, υπάρχει... Για κείνους που πιστεύουν πως δεν υπάρχει, δεν υπάρχει". Αντρεϊ Ταρκοφσκι

Μείνε ήρεμος στο μέσο της βοής και της βιασύνης. Αναλογίσου την ειρήνη που βασιλεύει στη σιωπή.

Να έχεις καλές σχέσεις με όλους τους ανθρώπους δίχως να ασκείς βία στον εαυτό σου.

Να λες την αλήθεια σου, ήρεμα και καθαρά και ν΄ακούς τους άλλους.
Εχουν τη δική τους ιστορία να σου διηγηθούν.

Απόφευγε τους θορυβώδεις και επιθετικούς ανθρώπους.
Υπερφορτώνουν το νου.

Οταν συγκρίνεις τον εαυτό σου με άλλους ίσως νιώθεις ματαιότητα και πίκρα
γιατί πάντα βλέπεις να υπάρχουν πιο μικροί και
πιο μεγάλοι άνθρωποι από σένα.

Να χαίρεσαι αυτά που έχεις πετύχει
όσο και τα σχέδιά σου.

Ν΄ασκείς τη εργασία σου με ενδιαφέρον Οσο ταπεινή κι αν είναι παίζει
καθοριστικό ρόλο στη αλλαγή της μοίρας του κόσμου.

Κρατάς κάτι σημαντικό στα χέρια σου
σε μια εποχή που όλα αλλάζουν.

Να είσαι προσεκτικός στις συναλλαγές σου
γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος απάτη.

Μην επιτρέψεις όμως να τυφλωθείς απ΄αυτό
και να μην αναγνωρίζεις πια την αρετή γύρω σου.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με υψηλά ιδανικά
και η ζωή είναι γεμάτη ηρωισμό.

Να είσαι ο εαυτός σου.
Ιδιαίτερα, μη προσποιείσαι ότι αγαπάς.

Ομως μη γίνεσαι Κυνικός με την αγάπη γιατί παρόλη την ερημιά
και την έλλειψη κατανόησης είναι παντοτινή σαν το Χορτάρι.

Ακολούθησε τη ροή του χρόνου με αρμονία.

Μην αποζητάς μια εποχή που έχει πια περάσει.

Να καλλιεργείς και να δυναμώνεις το πνεύμα σου, για να μπορείς
να ανταπεξέλθεις σε αναπάντεχες δυσκολίες.

Αλλά μην φέρνεις θλίψη στον εαυτό σου με φαντάσματα.
Οι περισσότεροι φόβοι γεννιόνται απ΄την κούραση και τη μοναξιά.
Οπως τα δέντρα και τ΄ αστέρια έχεις δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ
και παρόλο που δεν το βλέπεις πάντα καθαρά
το σύμπαν ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου και όλα πάνε καλά.

Εχε λοιπόν ειρήνη με τον Θεό, όποιος κι αν νομίζεις ότι είναι
και έχε ειρήνη στην ψυχή σου μέσα στη σύγχιση της ζωής.

Παρόλη την ψεύτικη ζαλάδα, την πίκρα
και τα προδομένα όνειρα, είναι ένας υπέροχος κόσμος.

Να είσαι αληθινός.
Η ευτυχία ας είναι η έμπνευσή σου.


Βασιλική καλοτάξιδο να είναι κι αυτό το πνευματικό σου παιδί.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 16, 2008

Ο Εραστής, Η Μέλισσα κι ένα μικρούλι "Αχ"


Είναι καιρός που θέλω να γράψω την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη. Του φίλου μου, που διεισδύει στις ανθρώπινες ψυχές, που άλλοτε τις μαλώνει κι άλλοτε τις χαϊδεύει μα πάντα στέκεται με αγάπη απέναντί τους.


Αγαπώ τα βιβλία που μου αφήνουν το περιθώριο να κρατάω σημειώσεις. Να οικειοποιούμαι λέξεις και συναισθήματα, που είδα και ένιωσα διαβάζοντάς τα. Κι ύστερα από καιρό να μπορώ να τα αγγίζω πάλι....


Με το κρασάκι μου παρέα και το γεμάτο φεγγάρι να μου φωτίζει την νύχτα φέρνω μερικά κομμάτια που αγάπησα και κράτησα:


* Η Ελλη: Ονειρεύτηκε μια θάλασσα εκείνη τη νύχτα. Μια θάλασσα το σούρουπο, ένα θολό κι απροσδόκητο ναυάγιο, έναν ουρανό άπλετα ξάστερο και το πρόσωπο ενός γλυκού μικρού έφηβου δελφινιού που κόντεψε και κολύμπησε πλάι της κι ένα φεγγάρι μια φέτα στριχνή, λεπτή, σαν από τούρκικο έμβλημα ένα πράγμα. Κι ήταν λέει γοργόνα εκείνη, με παράξενη ουρά μεγάλου απόκρυφου ψαριού και ναυαγός μαζί και το δελφίνι έβγαζε το κεφάλι του όλη την ώρα απ΄το νερό χαμογελώντας και μιλώντας τις δικές του παράξενες τσιριχτές λέξεις, δεν την άφηνε λεπτό, τα δελφίνια λέει δεν σ΄εγκαταλείπουν ποτέ στα δικά σου δύσκολα, πονάνε κι αγαπάνε τους ανθρώπους, γιατί κι εκείνα, είναι οι ψυχές αυτών που βούλιαξαν στα βάθη και τα πλάτη, χιλιάδες χρόνια τώρα, έτσι έλεγε το όνειρο κι η Ελλη την αγαπούσε την θάλασσα μα την φοβόταν, κολύμπαγε λοιπόν στο σκοτάδι κι είχε μια ανάσα πνιχτή, γρήγορη και λαχανιασμένη, μιαν ανάσα αθλητή απόλυτα συγκεντρωμένου, με κατεύθυνση μόνο το τέρμα και τσαλαβουτούσε λέει σ΄ένα νερό σκούρο και βαθύ.



*Η αγαπημένη μου Βασιλική: Στην κρεβατοκάμαρα, με το ρολόι να μετρά τις άδειες ώρες της με τρόπο ηλεκτρονικό και ακριβή, χωρίς ένα τικ τακ, αλλά ένα αχανές ζουζούνισμα ηλεκτρικού ρεύματος να διαπερνάει το ρεύμα, να σε ξυπνάει από τη φυσική κόπωση, ένας θόρυβος από τέσσερα κόκκινα νουμεράκια και δυό τελίτσες ν΄αναβοσβήνουν στα δευτερόλεπτα, ένας ήχος χωρίς χρώμα και χαρακτήρα, εκεί ο εφιάλτης της αγρύπνιας ξύπναγε, κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο, βαθιά μέσα της, ανήσυχα ουρλιαχτά, τρυφερά κλάματα, γοερές απογνώσεις, ερωτήσεις του μυαλού που δεν βρήκανε ποτέ απάντηση, αινίγματα παράλογα στο σύνηθες φως της κάθε μέρας. Μοναξιά. Μοναξιά πάλι. Μοναξιά πάντα.



Κι ύστερα παίρνεις και χωρίζεις τη ζωή σε δεκαετίες, σε μέρες, σε πράξεις, σ΄ανθρώπους που πέρασαν και στάθηκαν δίπλα σου αλλά δεν έμειναν, σε μυρωδιές που σε σαγήνεψαν αλλά τις ξέχασες σε όρκους που πίστεψες αλλά μετά πρόδωσες.



Κι εκεί,στο πλάι της βιβλιοθήκης της, σε μια σειρά από γυάλινα βάζα με καπάκι από φελλό - ήταν όλα τόσο στέρεα, κανένα δεν απειλήθηκε από το σεισμό - φυλάει πάντα τις πέτρες και τα κοχύλια που έκλεψε από τις ακρογιαλιές των καλοκαιριών της. Και καμμιά φορά σκέπτεται, να μπορούσε να έχει λίγη δύναμη παραπάνω, ν΄αποκτούσε τη μαγική ικανότητα να τις αραδιάσει μία μία σ΄ένα τραπέζι, ν΄αναγνωρίσει τα μεσημέρια που τις μάζευε χαρούμενη γεμάτη ζωή κάτω από τον καυτό ήλιο κι όταν μπορέσει να βρει την άκρη, να πάρει ένα δρόμο, ένα καράβι, να ταξιδέψει ξανά για το χατίρι τους, να τις επιστρέψει ως την τελευταία στη μάνα θάλασσα, στην παντοδύναμη γη, να τις ξαναβρέξει το αλμυρό νερό, να ζωντανέψουν ξανά, να τους ψιθυρίσει πάλι το κύμα παλιές, μυστικές διηγήσεις και μουσικές ανήκουστες στ΄αυτιά των ανθρώπων.

* Ο Οκτώβρης ξετύλιξε τις πρώτες μέρες του δειλά, σαν μια δυσοίωνη κατάρα που δεν επαληθεύτηκε ποτέ, τα κακόβουλα μάγια ξεπλύθηκαν με την πρώτη βροχή, ο φθινοπωρινός άνεμος τα φύσηξε μακριά, τα διωξε από την άμοιρη Αττική, τα ΄στειλε χωρίς να το θέλει αλλού, αν δώσουνε κλάματα και πόνο σε άλλους ανθρώπους σε άλλη γη. Κι οι άνθρωποι; Πήρανε σιγά σιγά να ξεμουδιάζουν από το άγχος ενός απροσδιόριστου όσο και επερχόμενου τέλους, από το φόβο που ΄χε γίνει βασικό φόντο της κάθε μέρας και της κάθε νύχτας τους, τα παιδιά των γκρεμισμένων σπιτιών μάθανε να σηκώνουμε το βάρος ενός αβέβαιου μέλλοντος, οι νοικοκυρές ξανάστησαν την προίκα τους, κόψανε τα πολλά ηρεμιστικά. Κι όλοι, μα όλοι, μάθανε να΄ναι λίγο πιο δυνατοί στο φόβο, αποδέχτηκαν τον πανικό σαν φυσικό συναίσθημα αλλά καλώς ή κακώς θα κάνανε χρόνια να πιστέψουν ξανά σε προβλέψεις, κάποιοι συμπέραναν με μια ξαφνική κι επιπόλαιη σοφία, ότι παγκοσμίως, δεν υπάρχει αξιόπιστη πρόγνωση όχι για τους σεισμούς, μα για την ίδια την ζωή στον πλανήτη, ένιωσαν μικροί, τρωτοί και άοπλοι, στριμωγμένοι σ΄έναν σαθρό κόσμο, που οι ίδιοι έφτιαξαν για τον εαυτό τους και φέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακέραιη την αποκλειστική ευθύνη.


* Η Λουκία: ...αυτός ο όμορφος άντρας με τα χίλια χαρίσματα κοίταζε αυτήν την πρώην ασήμαντη, την πρώην ανέραστη, την πρώην υστερικιά. Λες κι είχε γίνει απότομα περισσότερο έξυπνη, σαν να΄μαθε ξαφνικά να πετά πάνω στα βήματά της, ξύπνησε κείνο το πρωί και με μια χαλαρή ανατριχίλα, πέταξε από πάνω της τα παραπανίσια χρόνια και τη μοναχική μιζέρια της, έσβησε τις ημερομηνίες, έγινε η ηλικία της γυναίκας που είναι έτοιμη να ερωτευτεί, του ανθρώπου που είναι έτοιμος να τα δώσει και να τα ζητήσει όλα, του ανθρώπου που είναι αποφασισμένος να ζήσει.


* Η αγαπημένη Βασιλική πάλι: ... πέρασε λίγος χρόνος - λίγος ή πολύς; χρόνος να τον μετρήσει σε τι; Σε λεπτά; Σε αισθήματα; Σε φωνές; Σε σιωπές; Σε ζωές ή σε θάνατους; Αυτή και το παρόν. Το πάντα και το τίποτα. Το πριν και το μετά. Και ο ήχος, ήχος καρδιάς. Της χαμηλωμένης τηλεόρασης και της δικής της κουρασμένης καρδιάς. Ατακτοι σφιγμοί, αριθμοί...


Ολοι οι ήρωες του βιβλίου πέρα για πέρα αληθινοί. Ο Γιάννης ξέρει να ξεσηκώνει λογιών λογιών συναισθήματα μέσα από τις λέξεις κι όπως συμβαίνει στην ζωή άλλοτε κλαίς, άλλοτε γελάς....

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

Τι πραγματικά σημαίνει "Να Είσαι Φτωχός"



Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.

Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:

«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας. Ο γιος απάντησε:

Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.


Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…

Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…


Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…


Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας· αυτοί πάλι, σπέρνουν και θερίζουν γι αυτό…



Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια, και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…



Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ό,τι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα…


Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…



Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους.


Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του…
και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:

«Σ'ευχαριστώ, μπαμπά, που με δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»







Σάββατο, Ιουνίου 21, 2008

Ο Εραστής, η Μέλισσα κι ένα μικρούλι "Αχ"


Οπισθόφυλλο:

Αθήνα, 1999.


Μια σπάνια ολική έκλειψη ηλίου, ένας Σεπτέμβρης ιδιαίτερα ζεστός.Ένα ποικιλόμορφο όσο κι ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων που θα δεθεί με τον πιο αναπάντεχο τρόπο. Μια φαινομενικά νέα ακόμα γυναίκα, κυριαρχημένη από πλήθος νευρώσεων, που ξέχασε να ερωτευτεί. Μια κορυφαία Ελληνίδα τραγουδίστρια στο απόγειο της καριέρας της, βουλιαγμένη στη μοναξιά και τα χάπια.


Ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι που έρχεται στην πρωτεύουσα, για ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του. Μια γάτα, με ταλέντο να πέφτει από ψηλά μπαλκόνια. Ένας εικοσιτριάχρονος που τον θέλουν όλες. Δύο πρωταγωνίστριες του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου, που ξεπήδησαν από άλλο βιβλίο, γιατί έχουν πολλά να πουν ακόμα.
Μια πόρνη πολυτελείας, που σταμάτησε το επάγγελμα, αλλά βαρέθηκε πια να κάθεται. Μια καφετζού που δεν θα πιστέψει ποτέ στις υπερφυσικές δυνάμεις της, αλλά υπάρχουν στο μέγιστο βαθμό. Ένα πλήθος ιδανικοί ανύπαντροι άντρες και μια χούφτα αθεράπευτες κουτσομπόλες.


Τι δεν είπαμε; Α, ναι. Έναν μεγάλο σεισμό και τις ασταμάτητες μετασεισμικές του ακολουθίες.Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα γεμάτο χιούμορ και συναίσθημα, κομμάτι από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.Να μην ξεχάσω τον δραπέτη, μια αινιγματική μέλισσα κι ένα «αχ», που θα κρίνετε εσείς πόσο μικρούλι είναι κάθε φορά.
Αποσπάσματα απ΄το βιβλίο για μια μικρή γεύση:
"..........Η Βασιλική έβγαλε αργά τις μαλακές παντόφλες, σήκωσε τα πόδια στον καναπέ, έπαιξε λίγο με τα κανάλια, «τι τη θέλω κι αυτή τη ρημάδα», είπε άλλη μια φορά, «μόνο καταστροφές και συφορές είν’ ικανή να δείχνει».
Η φιλενάδα της τέτοιες ώρες –όπως κι όλη την υπόλοιπη ημέρα– καθόταν κι έβλεπε σίριαλ. Όλα τα σίριαλ με τη σειρά, πρώτα τα ελληνικά, ύστερα τα ξένα. Μερικές φορές επενέβαινε στην υπόθεση, μίλαγε με τους ηθοποιούς, έβριζε τους πολιτικούς, ειρωνευόταν τις ειδήσεις και τις διαφημίσεις, κατάφερνε να διασκεδάζει τουλάχιστο μ’ έναν τρόπο, να εκτονώνεται και στο τέλος ήταν ικανή ν’ αποκοιμηθεί με το κομπιουτεράκι στο χέρι.
Η ίδια όμως δεν το μπόρεσε αυτό ποτέ. Σπάνια κατάφερε να συγκεντρωθεί στην εικόνα για περισσότερο από μερικά λεπτά. Θες που ’χε την προϊστορία της με τις τηλεοπτικές σειρές και τα ’ξερε αλλιώς τα πράματα, από μέσα και δεν τη συγκινούσαν, θες που ’βλεπε κάθε τόσο και μια παλιοταινία από εκείνες που τη φωνάζανε να παίξει κάποτε, ούτε αυτές δεν μπορούσε να κάτσει να ξαναδεί, έστω κι από νοσταλγία.
«Ο περισσότερος κόσμος βλέπει τον παλιό εαυτό του στις φωτογραφίες για να θυμάται. Εγώ με βλέπω στις ταινίες», είχε πει μια φορά. Γιατί ήτανε ζωντανό ακόμα αυτό το έρμο το μυαλό.
Μπορεί κανείς να μην αναγνώριζε πια στο αλλοιωμένο της πρόσωπο εκείνη την παλιά ζωγραφιστή ομορφιά, εκείνα τα περήφανα μάτια, μια ηθοποιό απ’ αυτές της χρυσής εποχής –είχαν και τόσα χρόνια να τη δούνε, είχε αποσυρθεί δεκαετίες πριν– το μυαλό όμως, αυτός ο άχρηστος διάβολος δούλευε σατανικά, την παίδευε, κυρίως τις νύχτες, έτσι κι απόψε, έκανε ζάπινγκ, τρώγοντας ένα γιαουρτάκι, κατάπιε όσα χάπια θυμήθηκε απ’ αυτά που επιβαλλόταν να παίρνει για την καρδιά, την πίεση, το ζάχαρο, και τη χοληστερίνη ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ’κεί, κατά τις έντεκα τόσο, μια γλυκιά θαλπωρή κούρασης την τύλιξε κι ενόσω αποκοιμιόταν σκέφτηκε να σηκωθεί, να πάει στο κρεβάτι να ισιώσει σαν άνθρωπος.
Ο ύπνος όμως την κόντευε μονάχα τέτοιες απρόοπτες στιγμές. Στην κρεβατοκάμαρα, με το ρολόι να μετρά τις άδειες ώρες της με τρόπο ηλεκτρονικό και ακριβή, χωρίς ένα τικ τακ, αλλά ένα αχανές ζουζούνισμα ηλεκτρικού ρεύματος να διαπερνάει το δέρμα, να σε ξυπνάει από τη φυσική κόπωση, ένας θόρυβος από τέσσερα κόκκινα νουμεράκια και δυο τελίτσες ν’ αναβοσβήνουν στα δευτερόλεπτα, ένας ήχος χωρίς χρώμα και χαρακτήρα, εκεί ο εφιάλτης της αγρύπνιας ξύπναγε, κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο, βαθιά μέσα της, ανήσυχα ουρλιαχτά, τρυφερά κλάματα, γοερές απογνώσεις, ερωτήσεις του μυαλού που δεν βρήκανε ποτέ απάντηση, αινίγματα παράλογα στο σύνηθες φως της κάθε μέρας.
Μοναξιά. Μοναξιά πάλι. Μοναξιά πάντα. «Ένας ακόμα άγνωστος χειμώνας πλησιάζει αργά», σκέφτηκε, «η ατμόσφαιρα κρατά και συντηρεί τη φθινοπωρινή υγρασία. Σου ποτίζει ύπουλα τα κόκαλα με νέους πόνους, ενοχλήσεις και μικρά βογκητά που κρύβονται από ένστικτο, ακόμα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό, κυρίως απ’ αυτόν, πρέπει να τα καταπνίξεις, μη φανούν και σου θυμίσουν ότι πάει το κορμί των δεκαεννιά σου χρόνων, πέταξε σ’ ένα σύννεφο ένα σούρουπο, χάθηκε απ’ το λυγμό μιας λοξοδρομισμένης αγάπης, ενός άκαιρου κι άδικου τέλους, ξοδεύτηκε απλόχερα στα καθημερινά μικρά νεύρα, έλιωσε απ’ τον καπνό εκατομμυρίων τσιγάρων».
Άλλαξε πλευρό, σηκώθηκε, περπάτησε, ξαναπλάγιασε, ξανασηκώθηκε. Κάποτε κοίταξε τους φωτεινούς αριθμούς, 4:52. Στάθηκε στην κουζίνα να πιει μισό ποτήρι νερό, ο νους ξανάρχισε να τρέχει σαν φλύαρος συγγραφέας. «Σε λιγότερο από δυο ώρες θα ’χει ξημερώσει», είπε. «Θα ’ναι αλλιώς». Η νύχτα όμως τώρα σου επιβάλλεται ακόμα. Η αισιοδοξία δεν σε πείθει, περνά απ’ τα μάτια σου απαρατήρητη σαν πλαστό χαρτονόμισμα. Κι έχεις μέσα σου κρυμμένες χιλιάδες ευχές, εκατοντάδες όμορφες λέξεις. Αλλά δεν βρίσκεις καμιά να σε παρηγορήσει. Καμιά να σε καλοδεχτεί και να σε ανακουφίσει στην αγκαλιά ενός ήρεμου ύπνου. Η στιγμή δεν έχει χρονικό προσδιορισμό. Είναι ίδια στη μία, στις δύο, στις τρεις, στις τέσσερις. Κάθεσαι λίγο μπροστά στην τηλεόραση, δεν υπάρχει χειρότερη συντροφιά απ’ αυτήν και το ξέρεις.
Αλλά δεν έχεις κι άλλη. Δεν μπορείς να ’χεις συντροφιά τις ώρες που θέλεις ν’ αποφύγεις τον εαυτό σου. Μόνο κάθεσαι λίγο στην πολυθρόνα κι ύστερα σηκώνεσαι πάλι, ξεχνάς τις συμβάσεις σου, περπατάς με κουρασμένα άυπνα βήματα, πατάς με τα ξυπόλυτα πόδια σου το μαλακό χαλί, κρυώνεις στα παλιά φθαρμένα μωσαϊκά, αποφεύγεις το σκοτάδι της βεράντας που σε φοβίζει απροσδιόριστα, ρεμβάζεις τη λευκή κουρτίνα που σαλεύει αθόρυβα, κατασκοπεύεις άβουλα τα παράθυρα των γειτόνων από την πίσω μεριά του ακάλυπτου, δεν έκανες λάθος, όλοι κοιμούνται τέτοια ώρα, είναι φυσικό, όλοι κοιμούνται τέτοια ώρα πάντα, εκτός από σένα. Κι έχεις μέσα σου κρυμμένες χιλιάδες ευχές, εκατοντάδες όμορφες λέξεις, εικόνες γεμάτες ζωντανά χρώματα, ήχους πλημμυρισμένους από γλυκές μουσικές και ζεστές ανθρώπινες φωνές, ελπίδες που πάντα κρατάς για τα δύσκολα. Αλλά δεν βρίσκεις καμιά να σε θεραπεύσει απ’ την αρρώστια της νύχτας, από τα βάρη του παράξενου λογικού σου.
Κι αν δεν προσπάθησες... Κι αν δεν δοκίμασες ό,τι σου πέρναγε από το νου. Αχάραγα ξυπνήματα, ομοιοπαθητικά γιατροσόφια, βότανα, χόρτα και χάπια χημικά, οινόπνευμα στα χειρότερά σου. Όλα, χωρίς αληθινό, χωρίς στέρεο αποτέλεσμα, δίχως μια ευδιάθετη έκφραση στο πρόσωπό σου. Κι ύστερα παίρνεις και χωρίζεις τη ζωή σε δεκαετίες, σε μέρες, σε πράξεις, σ’ ανθρώπους που πέρασαν και στάθηκαν δίπλα σου αλλά δεν έμειναν, σε μυρωδιές που σε σαγήνεψαν αλλά τις ξέχασες, σε όρκους που πίστεψες αλλά μετά πρόδωσες.
Ένα κορίτσι απέναντι σ’ ένα μικρούλι κάδρο, μια τυπογραφική αντιγραφή σε μελάνια όφσετ, ένα κορίτσι απέναντι, μούσα αναγεννησιακού ζωγράφου μια φορά, τώρα δική σου συντροφιά στα φευγαλέα σου περάσματα κοντά απ’ τον τοίχο που την έχεις στολίσει, ένα κορίτσι με λυπημένα μάτια, πιο λυπημένα απ’ τα δικά σου μην το συζητάς, καθισμένη σ’ έναν φανταστικό –ίσως κι αληθινό κάποτε– κήπο που αμέτρητες φορές λαχτάρησες να ’χεις δικό σου, με δυο σκάφες λίμνη να βρέχουνε τον ίσκιο της, κι ανήλιαγα τεράστια κλαδιά δέντρων να προικίζουνε δροσιά έναν τέτοιο παράδεισο, φυλλώματα γεμάτα άγνωστα, πολύχρωμα, κελαηδιστά πτηνά, κάτι άλλες φορές προσπάθησε να σου μιλήσει το κορίτσι, ήτανε τέτοιος όμως ο τρόπος σου, σε είδε και πάγωσε, απέμεινε αναποφάσιστη, μετάνιωσε, δείλιασε, κατάπιε τις λέξεις, ξέχασε τι θέλησε να πει.
Κι εκεί, στο πλάι της βιβλιοθήκης της, σε μια σειρά από γυάλινα βάζα με καπάκι από φελό –ήταν όλα τόσο στέρεα, κανένα δεν απειλήθηκε από το σεισμό– φυλάει πάντα τις πέτρες και τα κοχύλια που έκλεψε από τις ακρογιαλιές των καλοκαιριών της. Και καμιά φορά σκέφτεται, να μπορούσε να ’χει λίγη δύναμη παραπάνω, ν’ αποκτούσε τη μαγική ικανότητα να τις αραδιάσει μία μία σ’ ένα τραπέζι, ν’ αναγνωρίσει τα μεσημέρια που τις μάζευε χαρούμενη γεμάτη ζωή κάτω από τον καυτό ήλιο κι όταν μπορέσει να βρει την άκρη, να πάρει ένα δρόμο, ένα καράβι, να ταξιδέψει ξανά για το χατίρι τους, να τις επιστρέψει ως την τελευταία στη μάνα θάλασσα, στην παντοδύναμη γη, να τις ξαναβρέξει το αλμυρό νερό, να ζωντανέψουν ξανά, να τους ψιθυρίσει πάλι το κύμα παλιές, μυστικές διηγήσεις και μουσικές ανήκουστες στ’ αυτιά των ανθρώπων.
Εκεί, στο ίδιο μακρύ έπιπλο, αμέτρητα βιβλία, περιμένουν καρτερικά να δεχτεί να της ξαναπούν την ξεχωριστή για το καθένα ιστορία τους, να την μπερδέψουνε στις σκέψεις και τα περιστατικά τους. «Όχι», τους λέει με μάτια βαριά, «απόψε κι ως την ώρα που θα ξημερώσει για τα καλά, θα σας μιλάω εγώ, θα σας γνωρίσω τον κόσμο που είδανε τα δικά μου μάτια, τα δικά μου όνειρα, αρκεί να σιγουρευτώ πως με προσέχετε. Απόψε θέλω να σας πω τις δικές μου ιστορίες», λέει η κυρα-Βασιλική, ως να την πάρει –χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, λίγο πριν την ανατολή– ο γλυκός όσο και σύντομος εκείνος ύπνος, και τα πρωινά ξυπνάει πάντα από τις κόρνες και τις φωνές των παιδιών, εκεί στον καναπέ, αναμαλλιασμένη και πονεμένη, με το κορμί ζαρωμένο, ένα ανώριμο έμβρυο εβδομήντα τεσσάρων χρόνων που προσπαθεί ν’ αγκαλιαστεί .........μονάχο του........."
Κι αν δεν έχετε διαβάσει το πρώτο του βιβλίο "Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου" να το κάνετε. Εξαιρετική γραφή, γρήγορη ροή το τελειώνεις πριν το καταλάβεις. Κι έχεις ταξιδέψει μέσα σε 6 δεκαετίες. Εχεις νιώσει χαρά, λύπη, πόνο... και το σπουδαιότερο έχεις αγαπήσει τους ήρωες του βιβλίου, κάποιους, που έχουν κι άλλα να πουν, θα τους συναντήσετε στο δεύτερο...
Την προδημοσίευση την πήρα απ΄την Talisker.

Τρίτη, Μαΐου 06, 2008

΄Οταν σκέφτομαι την αγάπη μια λέξη έρχεται: "ΖΩΗ"


"...η αγάπη δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί, ούτε να δεθεί σ΄έναν πάσσαλο. Η αγάπη πάντα γλιστρά μέσα από τις αλυσίδες. Αν η αγάπη θέλει ν΄ακολουθήσει μια άλλη πορεία, τίποτα δεν τη σταματά κι όλες οι φυλακές, όλοι οι δεσμοφύλακες, όλες οι αλυσίδες και τα δεσμά του κόσμου, δεν είναι αρκετά για να την κρατήσουν φυλακισμένη, ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Αν κάποιο ανθρώπινο πλάσμα πάψει να θέλει να ωριμάζει μέσα στην αγάπη μ΄ένα άλλο πλάσμα, ο άλλος μπορεί να παίξει πολλούς ρόλους για να τον κρατήσει...

Μπορεί να φτάσει ως τη χυδαιότητα και τις απειλές,
Μπορεί να γίνει γενναιόδωρος και να του προσφέρει δώρα,
Μπορεί να γίνει θύμα για να νιώθει ο άλλος ενοχή,
Μπορεί να προκαλέσει κάποιες τεχνητές καταστάσεις για να τον παραπλανήσει να μείνει, ή
Μπορεί ακόμη και ν΄αλλάξει τον ίδιο του τον "εαυτό" για ν΄ανταποκριθεί στις ανάγκες του άλλου.

Αλλά ότι απ΄όλα αυτά κι αν κάνει, η αγάπη του άλλου έχει φύγει και το μόνο που θα δεχτεί για όλες αυτές τις ενέργειές του θα είναι ένα άδειο σώμα, κενό αγάπης, ένα νεκρό σώμα.


Ετσι, το τίμημα για τις προσπάθειές του θα είναι σ΄όλη την υπόλοιπη ζωή του να κρατιέται απελπισμένα και να προσφέρει την αγάπη του σ΄ένα δίχως ζωή, δίχως αγάπη ανθρώπινο σχήμα...

Αυτό, αν και φαίνεται εξοργιστικό, αποτελεί κοινή πρακτική, που συχνά την εφαρμόζουμε αποζητώντας σιγουριά, φήμη ή περιουσία. Η δυναμική αυτή γίνεται ακόμη πιο χοντροκομμένη, όταν κάποιος νομίζει πως μια τέτοια απονεκρωμένη σχέση στερεί όλες τις πιθανότητες από το άλλο πρόσωπο να συνεχίσει την ωρίμανσή του μέσα στην αγάπη.

Η αγάπη έχει πάντα ανοικτή την αγκαλιά της.
Με ανοικτή την αγκαλιά επιτρέπεις στην αγάπη να΄ρθει και να φύγει όποτε θέλει, ελεύθερα, γιατί έτσι κι αλλιώς θα το κάνει αυτό.
Αν κλείσεις την αγκαλιά σου γύρω απ΄την αγάπη θ΄ανακαλύψεις ότι σου έμεινε να αγκαλιάζεις μόνο τον εαυτό σου...."



...Η τέλεια αγάπη είναι αυτή που προσφέρει τα πάντα και δεν περιμένει τίποτα. Θα ήταν φυσικά αποδεκτό και γοητευτικό αν πάρεις κάτι που σου προσφέρεται κι όσο πιο πολλά σου προσφερθούν, τόσο το καλύτερο...

Αλλά δεν θα πρέπει να ζητάς τίποτα. Γιατί αν δεν περιμένεις τίποτα και δε ζητάς τίποτα, δεν θα σ΄εξαπατήσουν, κι ούτε θα απογοητευτείς ποτέ. Μόνο όταν η αγάπη είναι απαιτητική φέρνει μαζί της τον πόνο...

Λεο Μπουσκάλια

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Ο Νόμος Του Μέρφυ





...το έλεγαν άλλωστε και οι αρχαίοι μας πρόγονοι: Κανένα κακό δεν έρχεται μόνο του. Πάντα φέρνει παρέα άλλα κακά μαζί του, να συμπληρώσω δειλά εγω. Εφερα λίγο Μέρφυ. Για να γελάσουμε κυρίως και να αυτοσαρκαστούμε:


- Ο ανείπωτος νόμος: από την στιγμή που αναφέρεις κάτι:
α) αν είναι καλό, χάνεται.
β) αν είναι κακό, συμβαίνει...


- Όσοι δυσκολεύονται να πληρώνουν νοίκι, πληρώνουν νοίκι.
όσοι έχουν την άνεση να πληρώσουν νοίκι, ιδιοκατοικούν...

- Όποιος γελάει όταν όλα πάνε στραβά, έχει βρει κάποιον να "του τα φορτώσει"...

- Ανεξάρτητα από το πόση εργασία κάνεις, ποτέ δεν θα κάνεις τόση, όση θα έπρεπε.
Αυτό που ΔΕΝ κάνεις, είναι πάντα πιο σημαντικό από αυτό που κάνεις.


- Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις πόσο βαθιά είναι μια λακκούβα, αν δεν πέσεις μέσα.


- Το μέγεθος της εξυπνάδας στον πλανήτη είναι σταθερό. Ο πληθυσμός αυξάνει...


- Δεν υπάρχει τίποτα τόσο μικρό, που να μην μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις...


- Αν τα στοιχεία είναι εναντίον σου, αμφισβήτησε το νόμο.
Αν ο νόμος είναι εναντίον σου, αμφισβήτησε τα στοιχεία.
Αν και τα στοιχεία και ο νόμος είναι εναντίον σου, ΟΥΡΛΙΑΞΕ...


- Η αλαζονεία είναι πολύ συχνά ο σύντροφος της μετριότητας...


- Η επιτυχία έρχεται πάντα κατ΄ιδίαν, ενώ η αποτυχία ενώπιον όλων...


- Δυό μονόλογοι δεν κάνουν ένα διάλογο...


- Αν μπορείς να κάνεις διάκριση μεταξύ μιας καλής και κακής συμβουλής, τότε δεν
χρειάζεσαι συμβουλή...


- Κάθε φορά που θέλεις να "χτυπήσεις ξύλο" διαπιστώνεις ότι ο κόσμος είναι
φτιαγμένος από αλουμίνιο και πλαστικό...


- Λένε όλοι ψέματα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία γιατί κανείς δεν ακούει...


- Αν μπορείς να κρατήσεις την ψυχραιμία σου ενω την έχουν χάσει όλοι οι άλλοι,
απλώς δεν έχεις καταλάβει το πρόβλημα...


- Σε συμπέρασμα φτάνει κανείς πάντα όταν έχει κουραστεί να σκέφτεται...


- Μην αποδίδεις ποτέ σε κακία αυτό που μπορεί απλά να ερμηνευτεί ως ηλιθιότητα.


Σταματάω εδω γιατί ο Μέρφυ και τα στραβά του δεν έχουν τέλος....

Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2008

Με τα μάτια της καρδιάς της.


Μου το άφησε η Κική, η κοπελιά του Δημήτρη, σχόλιο στο κείμενο που είχα γράψει για κείνον.

Άξιζε τον κόπο να γίνει ανάρτηση η κατάθεση της καρδιάς της:


Πρίν δυόμιση χρόνια πήραν τον Δημήτρη, 31 Ιουλίου 2005.

Μιά απόφαση που πολλούς βόλευε να γίνουν έτσι τα πράγματα, 13 χρόνια και 9 μήνες.


Η κλούβα φεύγει για Τρίκαλα μαζί με τον Δημήτρη και απο κει και πέρα ξεκινάει και ο γολγοθάς όλων μας, μα πιό πολύ του Δημήτρη. Από την πρώτη μέρα μέχρι και σήμερα φωνάζει πως είναι αθώος, αλλά κανείς δεν τον ακούει, κανείς δεν θέλει πραγματικά να ψάξει για την αλήθεια.

Δικαστές-Εισαγγελείς κλείνουν τα μάτια και τ΄αυτιά σε μιά αλήθεια.Κανείς δεν θέλει να δικάσει την υπόθεση Διφωνίδη. Γιατί; Από αναβολή σ΄αναβολή.


Μια δικαιολογία απο την άλλη μεριά και η αναβολή γίνεται δεκτή και κείνος ακόμα στην φυλακή να περιμένει να εκδικαστεί η υποθεσή του. Ως πότε;

Έχουν περάσει δυόμιση χρόνια κι ακόμα το Εφετείο δεν έχει γίνει.Σ΄ένα χρόνο ο Δημήτρης βγαίνει,θα έχει εκτίσει την ποινή του για κάτι που δεν έχει κάνει.


Αλλά ποιός θα του δώσει αυτά που έχασε τόσα χρόνια. Ποιός θα του χτίσει τα όνειρα που κάποιοι του γκρέμισαν; Κανείς! Γιατί κανείς δεν μπορεί να γυρίσει το χρόνο πίσω. Τελικά όποιος φοράει στολή έχει περισσότερα δικαιώματα στην ζωή. Μπορεί να κατηγορήσει όποιον θέλει να πεί όσα ψέματα θέλει να καταστρέψει ανθρώπους χωρίς να τον κατακρίνει κανείς και προπαντώς να τον πιστέψουν όλοι. Γιατί πολύ απλά φοράει μιά στολή.


Περάσαμε πολύ δύσκολες ημέρες όλοι και ακόμα περνάμε. Θυμάμαι τον Δημήτρη να με ρωτάει πως είναι έξω ο κόσμος, τι έχει αλλάξει και τι έχει μείνει ίδιο. Τα Χριστούγεννα τι χρώματα έχουν οι δρόμοι που είναι στολισμένοι. Δυόμιση χρόνια προσπαθεί να δει μέσα από τα δικά μας μάτια. Και παρ΄ όλα αυτά έχει ακόμα υπομονή πως κάποια μέρα κάτι θα γίνει και θα λάμψει η αλήθεια.


Πόση υπομονή και δύναμη χρειάζεται άραγε για να αντέξεις κάτι τέτοιο; Κι όμως ο Δημήτρης την έχει και δίνει και σε μας. Από τότε που έφυγε χάσαμε κάποιους ανθρώπους, τις δυό του γιαγιάδες που φύγανε απο τον καημό τους, τον πατέρα μου... Δεν μπόρεσε κανέναν να δει για τελευταία φορά. Ανίψια που γεννήθηκαν και δεν έχει γνωρίσει. Κι όλα αυτά γιατί ο κ. Τ.......... υποστηρίζει οτι έχει πυροβοληθεί απο τον Δημήτρη κι ας μην τον αναγνώρισε την πρώτη φορά και ας μην είναι δικά του τα αποτυπώματα που έχουν βρεθεί και ας τον έχουν δει σε άλλο μέρος την ώρα του συμβάντος και τόσα άλλα που κανείς δεν θέλει να τα δει.


Το Εφετείο έχει οριστεί για τις 21 Ιανουαρίου, σε μία βδομάδα,ας γίνει επιτέλους κάτι. Ας βρει κάποιος την αλήθεια.


Ευχαριστώ όλους όσους είναι δίπλα στον Δημήτρη όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα τον θείο του το Γιάννη που του έχει σταθεί σαν πατέρας απο την πρώτη στιγμή, την θεία του την Άννα που έχει περάσει τόσα και είναι ακόμα δυνατή,την Μάρα!!! Για την μάνα του τι να πω δεν έχω λόγια! Δημήτρη θα σε περιμένω όσο χρειαστεί να φτιάξουμε το σπίτι που έχουμε ονειρευτεί χωρίς κάγκελα.


Σ΄ ΑΓΑΠΩ!


ΚΙΚΗ

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

Η Μυρωδιά Σου Στα Σεντόνια Μου



... για να πάρετε λίγο από το άρωμα του βιβλίου, σας παραθέτω αποσπάσματα που αγάπησα:

-... η ζωή είναι πουλί, καρδιά μου, κι αν δεν την αρπάξεις στα χέρια σου, την παίρνει ο αλήτης άνεμος, πετά και χάνεται και δεν ξεύρει κανείς αν ήτανε ποτέ κάπου, μήτε αν είναι τώρα πουθενά.
- Κρατήσαμε την στιγμή λίγο ακόμα. Η ομορφιά του ξυπνούσε μυστήριες μουσικές, πραγματοποιούσε κοριτσίστικα όνειρα.

- Συνειδητά, ρούφαγα την κάθε καλή στιγμή, την κάθε ομορφιά, έτσι όπως χρειάστηκε να καταπίνω την κάθε δυστυχία, την κάθε συφορά. Και δόξα τω Θεώ, κατάπια πολλές.

- Οι μέρες πάντα τρέχουν, φτιάχνουνε μήνες ανύποπτα και γρήγορα, τους δασκαλεύουν ύπουλα να σμίξουνε κρυφά φορτώνοντας χρόνια σ΄ό,τι κινείται κι αναπνέει. Ετσι πέρναγε κι ο χρόνος ο δικός μου. Σαν τρένο βιαστικό. Υπερταχεία που αγνοεί τους τόπους, τις εικόνες και τους κόσμους που πατάει. Μόνο τρέχει. Τρέχει. Χωρίς εικόνες, χωρίς ήχο.

- Δεν έχει τόπο η ψυχούλα τ΄ανθρώπου, μάτια μου. Παντρεύεται μονάχα ένα φθαρτό κορμάκι και χορεύει μέσα σ΄αυτό κάτι χρόνια, άλλες φορές πολλά, άλλες λίγα, παίζοντας το παιχνίδι της ζωής ως να γυρίσει ο κύκλος και το πνεύμα να χαθεί πάλι από ΄κει που ήρθε: από το άπειρο. Κι από τη ζωούλα αυτή, δεν περισσεύει τίποτ΄άλλο από μια χούφτα παραμελημένα κόκκαλα και μια παγωμένη ταφόπλακα, που επιμένει για χρόνια να ισχυρίζεται την υλική υπόσταση ενός ζεστού ανθρώπινου κορμιού, που δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά έτσι.

- Τους αγαπημένους, που χάνονται ξαφνικά απ΄τη ζωή μου σαν να μην υπήρξαν ποτέ, μ΄αρέσει να τους σκέφτομαι σαν μικρές, ασθενικές, χάρτινες βαρκούλες, απ΄αυτές που φτιάχνανε τα παιδιά, κάποτε. Ετσι θέλω κι εγώ, να διπλώνω ένα αδύναμο κομμάτι τετράγωνου χαρτιού, να το κάνω πλεούμενο κι ύστερα να το ακουμπώ απαλά σε μια φανταστική λίμνη, ήρεμη κι απέραντη, γεμάτη αστραφτερό, καθαρό νερό. Σ΄αυτό το δικό μου νερό, οι βαρκούλες πλέουν ήσυχα στο άγνωστο άπειρο, πριν χαθούν αργά αργά από τα μάτια μου. Για πάντα. Ετσι. Χωρίς κλάματα, βαριές αρρώστιες και φόβο. Χωρίς βία.

- Βρομότοπος. Θεός χωρίς δίκια. Ανθρωποι χωρίς δική τους μοίρα.

- Κι εμείς; Γεμάτοι λαχτάρα για ζωή, παγιδευμένοι πάλι από το απροειδοποίητο, ψάξαμε να βρούμε τρόπους να ΄μαστε καλά, φοβισμένοι, θυμωμένοι κι άβουλοι θεατές, αλλά πάντα ονειροπόλοι κι ερωτευμένοι.

- Γιατί, βρε απατεώνα θεέ, μουρμούρισα κι ήξερα ότι δεν θα μ΄ακούσει κανείς. Ποιός σ΄έβαλε να σκαρφίζεσαι μοίρες, ποιός σε όρισε να ζωγραφίζεις ουρανούς; Ποιός σ΄έβαλε να σκαρφίζεσαι μοίρες, ποιός σε όρισε να ζωγραφίζεις ουρανούς; Ποιός σ΄άφησε να σκηνοθετείς δράματα, να υπαγορεύεις φτώχειες και πλούτους, να χωρίζεις τους ανθρώπους κατά τσέπη, να κυβερνάς τις αρρώστιες, να νουθετείς χωρίς να δέχεσαι κριτική, είπα και τα χέρια μου σφίχτηκαν ιδρωμένα στο κάγκελο της πλώρης.

- ...όταν κανείς προσπαθήσει ν΄αγγίξει τα όνειρα, ανακαλύπτει ότι αυτά δεν έχουν ύλη, μόνο λίγη μαγεία που σκορπίζει μονομιάς, προδομένη στο τίποτα.
- Ο χρόνος είναι ένα μεγάλο ξύλινο αβούλιαχτο καράβι, που ταξιδεύει σε άγνωστες θάλασσες, ψάχνοντας λιμάνια που δεν τα ΄χει δει ποτέ μάτι ναυτικού.
- Είναι μια λέξη που αναστατώνει χρόνια τώρα τη γλώσσα μου να την πω, γαργαλάει τα δακτυλά μου να την γράψω. Είναι μια λέξη φυσική σαν δροσερό νερό το καλοκαίρι, απαλή σαν τη φωνή των τζιτζικιών το σούρουπο. Κι όσοι τη γέννησαν χαμογελούν τις νύχτες στα όνειρά τους. Οσο περισσότερο την ψάξεις, τόσο μικρότερη πιθανότητα έχεις να την βρείς.

Το φεγγάρι που γεμίζει κάθε τόσο κυβερνώντας αχόρταγα τον ουρανό. Μια γλάστρα με ανθισμένα λουλούδια στον καύσωνα. Η μυρωδιά του πολύχρονου έλατου το μεσημέρι. Δυό σκόρπια ούζα παρέα με φτωχό ελληνικό μεζέ. Το άπλυτο φανελάκι σου στο πλάι μιας καρέκλας. Ενα γέρικο κορίτσι σε άγνωστη επαρχία, που ξέχασε να ονειρευτεί. Ενα τραγούδι που προσπάθησα να πιάσω καλύτερα στο ραδιόφωνο. Και στράβωσα άτσαλα την κεραία του. Ενας μεθυσμένος χορός σε ανεμοδαρμένη σκεπή. Ενα θολό αλκοόλ σε τυχαίο γυάλινο ποτήρι. Ενα μακρινό φως μέσα στην απέραντη βουνίσια ερημιά. Ενα νεαρό αγόρι που χαραμίζει τον πρωινό του ιδρώτα δουλεύοντας για λάθος σκοπό. Μια νυχτερίδα που περιμένει να σκουρύνουνε τα σύννεφα κρυμμένη κάτω από άβολα παλιά κεραμίδια. Ενα θηλυκό σκυλί χωρίς όνομα, με υγρό πλάγιο βλέμμα, που εκλιπαρεί τη μνήμη. Μια φευγαλέα τύψη που φανερώθηκε στο αλλόκοσμο φως των αστεριών. Μια άξαφνη σκέψη που ξεγέλασε μια πίκρα. Ενα "εγω". Ενα "εμείς". Είν΄η αγάπη μου.

- Οι νεράιδες είναι το κομμάτι του μυαλού μας, που θέλει να ονειρεύεται και να γοητεύεται...

- Είναι όμορφη η ζωή, χαρά μου. Είναι μεθυστική κάθε στιγμή, σαν καινούργιο τραγούδι που ακούς απρόσμενα από άξιο ερμηνευτή που αγαπάς. Κι είναι μεγαλειώδης και σαν καθετί μεγάλο, είναι σεμνή κι αυτονόητη, σαν να κατεβάζει η νοικοκυρά τα στρωσίδια το πρωί, σαν μια γάτα που γλείφει κάθε τόσο με πειθήνιο ένστικτο την πλούσια τρίχα της, να καθαρίσει τη σκόνη που την θαμπώνει.

*το βιβλίο είναι του Γιάννη Φιλιππίδη
εκδόσεις ΄Αγκυρα