
Είναι καιρός που θέλω να γράψω την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη. Του φίλου μου, που διεισδύει στις ανθρώπινες ψυχές, που άλλοτε τις μαλώνει κι άλλοτε τις χαϊδεύει μα πάντα στέκεται με αγάπη απέναντί τους.
Αγαπώ τα βιβλία που μου αφήνουν το περιθώριο να κρατάω σημειώσεις. Να οικειοποιούμαι λέξεις και συναισθήματα, που είδα και ένιωσα διαβάζοντάς τα. Κι ύστερα από καιρό να μπορώ να τα αγγίζω πάλι....
Με το κρασάκι μου παρέα και το γεμάτο φεγγάρι να μου φωτίζει την νύχτα φέρνω μερικά κομμάτια που αγάπησα και κράτησα:
* Η Ελλη: Ονειρεύτηκε μια θάλασσα εκείνη τη νύχτα. Μια θάλασσα το σούρουπο, ένα θολό κι απροσδόκητο ναυάγιο, έναν ουρανό άπλετα ξάστερο και το πρόσωπο ενός γλυκού μικρού έφηβου δελφινιού που κόντεψε και κολύμπησε πλάι της κι ένα φεγγάρι μια φέτα στριχνή, λεπτή, σαν από τούρκικο έμβλημα ένα πράγμα. Κι ήταν λέει γοργόνα εκείνη, με παράξενη ουρά μεγάλου απόκρυφου ψαριού και ναυαγός μαζί και το δελφίνι έβγαζε το κεφάλι του όλη την ώρα απ΄το νερό χαμογελώντας και μιλώντας τις δικές του παράξενες τσιριχτές λέξεις, δεν την άφηνε λεπτό, τα δελφίνια λέει δεν σ΄εγκαταλείπουν ποτέ στα δικά σου δύσκολα, πονάνε κι αγαπάνε τους ανθρώπους, γιατί κι εκείνα, είναι οι ψυχές αυτών που βούλιαξαν στα βάθη και τα πλάτη, χιλιάδες χρόνια τώρα, έτσι έλεγε το όνειρο κι η Ελλη την αγαπούσε την θάλασσα μα την φοβόταν, κολύμπαγε λοιπόν στο σκοτάδι κι είχε μια ανάσα πνιχτή, γρήγορη και λαχανιασμένη, μιαν ανάσα αθλητή απόλυτα συγκεντρωμένου, με κατεύθυνση μόνο το τέρμα και τσαλαβουτούσε λέει σ΄ένα νερό σκούρο και βαθύ.
*Η αγαπημένη μου Βασιλική: Στην κρεβατοκάμαρα, με το ρολόι να μετρά τις άδειες ώρες της με τρόπο ηλεκτρονικό και ακριβή, χωρίς ένα τικ τακ, αλλά ένα αχανές ζουζούνισμα ηλεκτρικού ρεύματος να διαπερνάει το ρεύμα, να σε ξυπνάει από τη φυσική κόπωση, ένας θόρυβος από τέσσερα κόκκινα νουμεράκια και δυό τελίτσες ν΄αναβοσβήνουν στα δευτερόλεπτα, ένας ήχος χωρίς χρώμα και χαρακτήρα, εκεί ο εφιάλτης της αγρύπνιας ξύπναγε, κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο, βαθιά μέσα της, ανήσυχα ουρλιαχτά, τρυφερά κλάματα, γοερές απογνώσεις, ερωτήσεις του μυαλού που δεν βρήκανε ποτέ απάντηση, αινίγματα παράλογα στο σύνηθες φως της κάθε μέρας. Μοναξιά. Μοναξιά πάλι. Μοναξιά πάντα.
Κι ύστερα παίρνεις και χωρίζεις τη ζωή σε δεκαετίες, σε μέρες, σε πράξεις, σ΄ανθρώπους που πέρασαν και στάθηκαν δίπλα σου αλλά δεν έμειναν, σε μυρωδιές που σε σαγήνεψαν αλλά τις ξέχασες σε όρκους που πίστεψες αλλά μετά πρόδωσες.
Κι εκεί,στο πλάι της βιβλιοθήκης της, σε μια σειρά από γυάλινα βάζα με καπάκι από φελλό - ήταν όλα τόσο στέρεα, κανένα δεν απειλήθηκε από το σεισμό - φυλάει πάντα τις πέτρες και τα κοχύλια που έκλεψε από τις ακρογιαλιές των καλοκαιριών της. Και καμμιά φορά σκέπτεται, να μπορούσε να έχει λίγη δύναμη παραπάνω, ν΄αποκτούσε τη μαγική ικανότητα να τις αραδιάσει μία μία σ΄ένα τραπέζι, ν΄αναγνωρίσει τα μεσημέρια που τις μάζευε χαρούμενη γεμάτη ζωή κάτω από τον καυτό ήλιο κι όταν μπορέσει να βρει την άκρη, να πάρει ένα δρόμο, ένα καράβι, να ταξιδέψει ξανά για το χατίρι τους, να τις επιστρέψει ως την τελευταία στη μάνα θάλασσα, στην παντοδύναμη γη, να τις ξαναβρέξει το αλμυρό νερό, να ζωντανέψουν ξανά, να τους ψιθυρίσει πάλι το κύμα παλιές, μυστικές διηγήσεις και μουσικές ανήκουστες στ΄αυτιά των ανθρώπων.
* Ο Οκτώβρης ξετύλιξε τις πρώτες μέρες του δειλά, σαν μια δυσοίωνη κατάρα που δεν επαληθεύτηκε ποτέ, τα κακόβουλα μάγια ξεπλύθηκαν με την πρώτη βροχή, ο φθινοπωρινός άνεμος τα φύσηξε μακριά, τα διωξε από την άμοιρη Αττική, τα ΄στειλε χωρίς να το θέλει αλλού, αν δώσουνε κλάματα και πόνο σε άλλους ανθρώπους σε άλλη γη. Κι οι άνθρωποι; Πήρανε σιγά σιγά να ξεμουδιάζουν από το άγχος ενός απροσδιόριστου όσο και επερχόμενου τέλους, από το φόβο που ΄χε γίνει βασικό φόντο της κάθε μέρας και της κάθε νύχτας τους, τα παιδιά των γκρεμισμένων σπιτιών μάθανε να σηκώνουμε το βάρος ενός αβέβαιου μέλλοντος, οι νοικοκυρές ξανάστησαν την προίκα τους, κόψανε τα πολλά ηρεμιστικά. Κι όλοι, μα όλοι, μάθανε να΄ναι λίγο πιο δυνατοί στο φόβο, αποδέχτηκαν τον πανικό σαν φυσικό συναίσθημα αλλά καλώς ή κακώς θα κάνανε χρόνια να πιστέψουν ξανά σε προβλέψεις, κάποιοι συμπέραναν με μια ξαφνική κι επιπόλαιη σοφία, ότι παγκοσμίως, δεν υπάρχει αξιόπιστη πρόγνωση όχι για τους σεισμούς, μα για την ίδια την ζωή στον πλανήτη, ένιωσαν μικροί, τρωτοί και άοπλοι, στριμωγμένοι σ΄έναν σαθρό κόσμο, που οι ίδιοι έφτιαξαν για τον εαυτό τους και φέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακέραιη την αποκλειστική ευθύνη.
* Η Λουκία: ...αυτός ο όμορφος άντρας με τα χίλια χαρίσματα κοίταζε αυτήν την πρώην ασήμαντη, την πρώην ανέραστη, την πρώην υστερικιά. Λες κι είχε γίνει απότομα περισσότερο έξυπνη, σαν να΄μαθε ξαφνικά να πετά πάνω στα βήματά της, ξύπνησε κείνο το πρωί και με μια χαλαρή ανατριχίλα, πέταξε από πάνω της τα παραπανίσια χρόνια και τη μοναχική μιζέρια της, έσβησε τις ημερομηνίες, έγινε η ηλικία της γυναίκας που είναι έτοιμη να ερωτευτεί, του ανθρώπου που είναι έτοιμος να τα δώσει και να τα ζητήσει όλα, του ανθρώπου που είναι αποφασισμένος να ζήσει.
* Η αγαπημένη Βασιλική πάλι: ... πέρασε λίγος χρόνος - λίγος ή πολύς; χρόνος να τον μετρήσει σε τι; Σε λεπτά; Σε αισθήματα; Σε φωνές; Σε σιωπές; Σε ζωές ή σε θάνατους; Αυτή και το παρόν. Το πάντα και το τίποτα. Το πριν και το μετά. Και ο ήχος, ήχος καρδιάς. Της χαμηλωμένης τηλεόρασης και της δικής της κουρασμένης καρδιάς. Ατακτοι σφιγμοί, αριθμοί...
Ολοι οι ήρωες του βιβλίου πέρα για πέρα αληθινοί. Ο Γιάννης ξέρει να ξεσηκώνει λογιών λογιών συναισθήματα μέσα από τις λέξεις κι όπως συμβαίνει στην ζωή άλλοτε κλαίς, άλλοτε γελάς....
13 σχόλια:
Θα κρατήσω το "Αχ", που δεν είναι πάντα τόσο μικρούλι...
Όμορφη αλλαγή στο Blog σου!!! :)
απλά να κλαις και να γελάς και να έχει ουσία .....
γιατί έτσι μαθαίνεις, να ζεις την στιγμή...
την καλημέρα μου ...πολύ όμορφο το νέο σου συνολάκι....
άμα διαλέγεις τα 'καλύτερα'...?
η βασιλική, τι μεστός χαρακτήρας.
την έχουμε αγαπήσει.
πού είναι ο γιάννης να δει
που τρέχοντας προλαβαίνεις τέτοιες ομορφιές!
και να τολμήσω να πω ότι δεν φτάνει ο δημιουργός
για να αναπνεύσει η έμπνευση
αλλά κι ο αποδέκτης...
είναι αυτο που λέγαμε με την ΑΜ...
ο δικός σου τρόπος
το τρυφερό σου άγγιγμα
είναι υπέροχο. και εδώ.
ναι το 'αχ' δεν είναι μικρούλι...
(ναι το τελειώνω και γω!)
καλημέρα φιλενάδα
χχχχχχχχχχχχχχχχχ
δεν έχω προλάβει να το αγοράσω και να το διαβάσω... η παρουσίασή του είναι πολύ καλή Αλεξάνδρα μου :-))
Εύχομαι να έχεις ηρεμήσει από το τρέξιμο των ημερών
Σε φιλώ γλυκά καλή μου
Καλή σου μέρα :-))))
υγ: με γεια το καινούργιο look ;-)
.
αχ, αλεξάνδρα μου,
με συγκίνησες βαθιά, όχι μόνο για όσα λες για μένα,
αλλά και γιατί επέλεξες κάποια από τα πιο αγαπημένα μου αποσπάσματα από το δεύτερο αυτό μυθιστόρημα…
μ’ αγαπάς, δεν είσαι αμερόληπτη,
αλλά ούτε εγώ θα ήμουν….
φιλι φιλι αγαπημένη μου
κι ευχαριστώ, για την τόσο όμορφη ανάρτηση…
Nα εισαι καλα που μοιράστηκες αγαπημένα κομμάτια :) Το εχω στα υποψι για αναγνωση :)φιλια
@aggelos spyrou: και πάντως αχ... μεγάλο ή μικρό...
Είχα ανάγκη μια αλλαγούλα....
φιλιά
@Takiz: πέφτεις, ξανασηκώνεσαι....
χαίρομαι που σου άρεσε το σύνολο αν και θέλει λίγες ακόμα αλλαγές...
Φιλιά
@maya: Ολοι οι χαρακτήρες τόσο αληθινοί, τόσο κοντινοί...
...αχ! το κυνήγι μου με τον χρόνο, λες να σταματήσει;
χαίρομαι που μπόρεσα να αγγίξω... που έγινα αποδέκτης.
@kalynama: τελειώνει το δικό μου τρέξιμο καλή μου;
Χαίρομαι που πρόσεξες τις αλλαγές και ακόμα πιο πολύ που σου άρεσαν.
Ανθρωποι με το προσωπικό τους αποτύπωμα οι ήρωες του βιβλίου.
Φιλιά πολλά
@γιάννης φιλιππίδης: εγω ευχαριστώ που το βιβλίο σου συντροφεύσε τα βράδια μου.
Του εύχομαι πολλές εκδόσεις ακόμα.
Η ανάρτηση μικρό δείγμα της γραφής σου...
Καλή μας Κυριακή
@lockheart: χαίρομαι που σου άρεσαν τα αποσπάσματα.
Καλή Κυριακή
Δημοσίευση σχολίου