
Από το οπισθόφυλλο:
Είναι ταξίδια τα βιβλία και τούτο εδω το βιβλίο ήταν ένα ταξίδι στις ζωές δυό νέων ανθρώπων, του Σαλιβέριου και της Μαρίας Ρόζας, που τόλμησαν να αγαπηθούν. Η γραφή του Δημήτρη, ολοζώντανη, με έκανε να βρεθώ πλάι τους. Πόνεσα, γέλασα, δάκρυσα, νοστάλγησα,θύμωσα, αγάπησα κι εγω μαζί τους.
Κι όπως έχω την συνήθεια από κάθε ταξίδι να φυλάω κάτι που να μου το θυμίζει, έτσι κι από αυτό φύλαξα κάποια λόγια:
....Χάρη σ΄αυτό το σκόρπισμα του μυαλού της, μπορούσε πια να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και τις ανάγκες του εαυτού της. Οι αντίθετοι κόσμοι της αλήθειας και του ονείρου, του συνειδητού πόθου και της αυθόρμητης φύσης της, που ελλόχευε στην πρώτη ευκαιρία να φανερωθεί, την έβγαλαν απ΄τα ευμάρεια βάθη της παιδικής ηλικιας. Ξαφνικά ένιωσε γυναίκα και διεκδικούσε έναν νέο, πρωταγωνιστικό ρόλο στο σενάριο της ζωής...
...Η τύχη πληρώνεται με τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων να την αποκτήσουν. Κι αν η ίδια θεωρήσει πως χαρίστηκε μια φορά σε κάποιον, με την πρώτη ευκαιρία παίρνει πίσω όσα πρόσφερε. Κι αυτό γιατί είναι εγωίστρια και επιλέγει σε ποιόν θα χαριστεί. Ετσι, όταν δεν θέλει να σταθεί σύμμαχος, καμμιά σειρά συμπτώσεων δεν μπορεί να βοηθήσει...
...Παντού σε κάθε μέρος της γης, υπάρχει ένα μπαλκόνι με απότιστα λουλούδια. Αγνωστος ο λόγος αυτής της εγκατάλειψης - ίσως ταυτίζεται ο μαρασμός τους με κάποια μοναξιά...
...Γέλιο και κλάμα, δυό σπασμοί που μοιάζουν. Στα χρόνια μαθαίνεις πόσο απόλυτα όμοια είναι αυτά τα δυό. Πως προέρχονται, συχνά, από την ίδια πηγή συναισθημάτων. Γεννήματα της ζωής που σαν σαλτιμπάγκοι προσφέρουν χαρούμενες και ζοφερές στιγμές, πλημμυρίζοντας τα μάτια δάκρυα και τα πρόσωπα με ρυτίδες...
...Η πίκρα δεν σκοτώνει, μόνο εμποδίζει να ζεις κυριαρχικά τη ζωή. Αλλά τα νιάτα έχουν αντοχές, είναι έτοιμα να δεχτούν και πίκρες και χαρές, όσες χρειάζονται για να ωριμάσουν και να πάρουν την ζωή στα σοβαρά...
...Μερικές λέξεις είναι ικανές να κατασπαράξουν κάθετί ζωντανό από κάποιον, χωρίς να τον αγγίξουν. Είναι ικανές να ματώσουν την ψυχή, αφήνοντας άθικτη τη σάρκα. Τι χυδαίο μερικές ψυχρές αράδες που ανήκουν ήδη στο παρελθόν να γίνονται αρπακτικά, να ξεριζώνουν μια για πάντα κάθε ιερό δεσμό. Να γίνονται κοινωνοί μιας άσβεστης μοναξιάς που ποτέ δεν θα σταματήσει να τροφοδοτεί τη μνήμη με τα αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν και τις ευτυχισμένες στιγμές τους που κάποτε έζησαν...
...Επικοινωνούσαν. Αισθανόταν την κοιλιά της να πιέζεται, να σπρώχνεται και γέμιζε η καρδιά της με μια πρωτόγνωρη λαχτάρα. Χαμογελούσε ευτυχισμένη και του μιλούσε με φωνή γλυκιά. Τα βράδια που ξάπλωνε και ησύχαζε το κορμί της, ο μικρούλης σύντροφός της ξυπνούσε και ψηλάφιζε κάθε σημείο της μικρής φωλίτσας του.
Σιωπηλή δεχόταν τα παιχνίδια του. Ριγούσε να το δει, μα δεν τολμούσε να το πει, από φόβο μην την ακούσει και γεννηθεί πρόωρα.
Εμενε να ονειρεύεται για το παιδάκι της μια ζωή όμορφη, γαλήνια, απλή και ήσυχη, τριγυρισμένη από γλυκύτητα όμοια με του μελιού, χρυσή και βελούδινη. Χάιδευε την κοιλιά της εισπράττοντας την αγία γαλήνη που ζούσε μέσα της και το μυαλό της πλημμύριζε αγάπη...
Δεν μαρτυράω άλλα. Το ενδιαφέρον αμείωτο από την αρχή ως το τέλος.
Εγραψα τέλος; Ευτυχώς το ταξίδι δεν τελείωσε... Τελειώνει η ζωή;
Να ΄σαι καλά Δημήτρη και να γράφεις!
