...ξύπνησα με μια πρόταση να με σκουντάει μαζί με τον ήχο του ξυπνητηριού και να με υποχρεώνει να αποχωριστώ τον Μορφέα: "Παλεύεις να αλλάξεις όσα η μοίρα σου όρισε, μα μην αφήνεις το παράπονο να σου αλλάξει πορεία".
Η πρόταση μετά από κάποιες ώρες μεταμορφώθηκε... Μεγάλωσε.... έγινε ποίημα, αν και η αρχική της πρόταση δόθηκε ελαφρά παραλλαγμένη στον ποιητή... μια μελωδία λείπει μόνο και ύστερα θα γίνει τραγούδι... έτσι λέει η υπόσχεση...
Το παράπονο με συντόφεψε ολόκληρη την ημέρα. Πήγε να γίνει θυμός...
"Να φτάνεις εκεί που δεν μπορείς να φτάσεις" ήρθε η παραίνεση του δάσκαλου με την πρέπουσα αυστηρότητα. Μαζεύτηκα...
Κάπου ανάμεσα παραπόνου και εσωτερικής συζήτησης, ήρθε ένα βιβλίο στο γραφείο. Το κρατούσε ο ιδιοκτήτης του στην σωστή θέση: κάτω απ΄την μασχάλη.
"Πόση ώρα θα μας πάρει ο ετήσιος έλεγχος του αυτοκινήτου μου;" ρώτησε ευγενικά
"για να πιω ωστόσο ένα καφεδάκι εδω στην πλατεία παρέα με το βιβλίο μου. Εχει ήλιο σήμερα".
Το βιβλίο ήταν σκεπασμένο με ένα λευκό χαρτί. Έπεσε πάνω του, το μάτι μου, καθώς λένε. Μπήκα στον πειρασμό. Αλλωστε ο ιδιοκτήτης, μου είναι γνώριμος χρόνια πολλά.
"Την έχω αυτήν την εικόνα αν και δεν κατάλαβα γιατί κάποιος βάζει μια λευκή κόλλα να κρύψει το βιβλίο" του λέω. "Οχι, οχι το έκανα για λόγους προστασίας, επειδή είναι καινούργιο" μου απαντά. "Μπορώ να του ρίξω μια ματιά;" παίρνω θάρρος.
"Ω ναι, βέβαια" μου απαντά χωρίς σκέψη. Κοιτάζω τον τίτλο. Ζωηρά μεγάλα γράμματα γεμάτα χρώματα. "Τσάμπα ασχολείσαι" πετάγεται σαν σπίθα μια σκέψη μου αυθάδικη. Το γυρίζω τούμπα. Εκεί που έχει λίγα λόγια, περίληψη, των όσων το βιβλίο περιέχει. Λόγια αδιάφορα... Η ζωή του τάδε που πέρασε από κατάθλιψη και τώρα έχει φίλους μόνο στο facebook. "Κατάθλιψη... πόσο κοντά μας πια κατοικεί" σκέφτηκα. Κι εκεί που πάει να περάσει αδιάφορο και να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του, διαβάζω τις τελευταίες γραμμές της παραγράφου:"Θα συναντηθεί με το παρελθόν και το παρόν του, θα αναμετρηθεί μαζί τους και θα ανακαλύψει την αλήθεια για τον εαυτό του..." "Χα! σαν πολύ οικείο μου ακούγεται τώρα. Να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου..."
Κοιτάζω τον ιδιοκτήτη του βιβλίου "Μπορώ να το σημειώσω λίγο; Φαίνεται ενδιαφέρον. (Λίγο πριν του έλεγα πως φαίνεται ένα, μέσα σε όλα τα μυθιστορήματα. Η ιστορία του τάδε και μπλα μπλα... Μου είχε σχεδόν δικαιολογηθεί ο άνθρωπος: ξέρεις το πήρα να περάσει ευχάριστα η ώρα. Μου αρέσει ο τρόπος γραφής του συγγραφέα.) και τώρα μεταστροφή εγω, όχι εκείνος...
Με κοιτάζει διερευνητικά, "να σε ρωτήσω τι σε τράβηξε τελικά και σε έκανε να θέλεις να το αγοράσεις για να το διαβάσεις;" Του διάβασα την πρόταση. Συμφώνησε. "Κι εμένα αυτή η πρόταση με τράβηξε" παραδέχτηκε.
Το πιο όμορφο της σημερινής ιστορίας - και φροντίζω να γεμίζω με διαφορετικές ιστορίες κάθε μέρα, γιατί δεν μου αρέσουν οι ομοιότητες των ημερών. Λατρεύω να πληγώνω την καθημερινότητα - ήταν η ολιγόλεπτη κουβέντα μετά.
Μιλήσαμε για την μοναξιά και τις συνέπειές της. Για τον χρόνο που τρέχει και μας συμπαρασύρει. Για τον θάνατο που μαζί με τους ανθρώπους παίρνει μαζί και τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. Για τους νέους που ανύποπτοι θα περάσουν απ το ίδιο μονοπάτι.
Φεύγοντας, σχεδόν με γυρισμένη την πλάτη, γιατί ο χρόνος συνέχιζε το κυνηγητό, μου είπε: "Νιώθω πια ότι με καταλαβαίνουν, όχι οι άνθρωποι, μα τα λουλούδια, οι γάτες του δρόμου, ο ήλιος, η θάλασσα κι ο ουρανός"
Εμεινα για λίγο μόνη στο γραφείο. Κοίταξα δίπλα μου και το παράπονο είχε φύγει...
Η πρόταση μετά από κάποιες ώρες μεταμορφώθηκε... Μεγάλωσε.... έγινε ποίημα, αν και η αρχική της πρόταση δόθηκε ελαφρά παραλλαγμένη στον ποιητή... μια μελωδία λείπει μόνο και ύστερα θα γίνει τραγούδι... έτσι λέει η υπόσχεση...
Το παράπονο με συντόφεψε ολόκληρη την ημέρα. Πήγε να γίνει θυμός...
"Να φτάνεις εκεί που δεν μπορείς να φτάσεις" ήρθε η παραίνεση του δάσκαλου με την πρέπουσα αυστηρότητα. Μαζεύτηκα...
Κάπου ανάμεσα παραπόνου και εσωτερικής συζήτησης, ήρθε ένα βιβλίο στο γραφείο. Το κρατούσε ο ιδιοκτήτης του στην σωστή θέση: κάτω απ΄την μασχάλη.
"Πόση ώρα θα μας πάρει ο ετήσιος έλεγχος του αυτοκινήτου μου;" ρώτησε ευγενικά
"για να πιω ωστόσο ένα καφεδάκι εδω στην πλατεία παρέα με το βιβλίο μου. Εχει ήλιο σήμερα".
Το βιβλίο ήταν σκεπασμένο με ένα λευκό χαρτί. Έπεσε πάνω του, το μάτι μου, καθώς λένε. Μπήκα στον πειρασμό. Αλλωστε ο ιδιοκτήτης, μου είναι γνώριμος χρόνια πολλά.
"Την έχω αυτήν την εικόνα αν και δεν κατάλαβα γιατί κάποιος βάζει μια λευκή κόλλα να κρύψει το βιβλίο" του λέω. "Οχι, οχι το έκανα για λόγους προστασίας, επειδή είναι καινούργιο" μου απαντά. "Μπορώ να του ρίξω μια ματιά;" παίρνω θάρρος.
"Ω ναι, βέβαια" μου απαντά χωρίς σκέψη. Κοιτάζω τον τίτλο. Ζωηρά μεγάλα γράμματα γεμάτα χρώματα. "Τσάμπα ασχολείσαι" πετάγεται σαν σπίθα μια σκέψη μου αυθάδικη. Το γυρίζω τούμπα. Εκεί που έχει λίγα λόγια, περίληψη, των όσων το βιβλίο περιέχει. Λόγια αδιάφορα... Η ζωή του τάδε που πέρασε από κατάθλιψη και τώρα έχει φίλους μόνο στο facebook. "Κατάθλιψη... πόσο κοντά μας πια κατοικεί" σκέφτηκα. Κι εκεί που πάει να περάσει αδιάφορο και να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του, διαβάζω τις τελευταίες γραμμές της παραγράφου:"Θα συναντηθεί με το παρελθόν και το παρόν του, θα αναμετρηθεί μαζί τους και θα ανακαλύψει την αλήθεια για τον εαυτό του..." "Χα! σαν πολύ οικείο μου ακούγεται τώρα. Να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου..."
Κοιτάζω τον ιδιοκτήτη του βιβλίου "Μπορώ να το σημειώσω λίγο; Φαίνεται ενδιαφέρον. (Λίγο πριν του έλεγα πως φαίνεται ένα, μέσα σε όλα τα μυθιστορήματα. Η ιστορία του τάδε και μπλα μπλα... Μου είχε σχεδόν δικαιολογηθεί ο άνθρωπος: ξέρεις το πήρα να περάσει ευχάριστα η ώρα. Μου αρέσει ο τρόπος γραφής του συγγραφέα.) και τώρα μεταστροφή εγω, όχι εκείνος...
Με κοιτάζει διερευνητικά, "να σε ρωτήσω τι σε τράβηξε τελικά και σε έκανε να θέλεις να το αγοράσεις για να το διαβάσεις;" Του διάβασα την πρόταση. Συμφώνησε. "Κι εμένα αυτή η πρόταση με τράβηξε" παραδέχτηκε.
Το πιο όμορφο της σημερινής ιστορίας - και φροντίζω να γεμίζω με διαφορετικές ιστορίες κάθε μέρα, γιατί δεν μου αρέσουν οι ομοιότητες των ημερών. Λατρεύω να πληγώνω την καθημερινότητα - ήταν η ολιγόλεπτη κουβέντα μετά.
Μιλήσαμε για την μοναξιά και τις συνέπειές της. Για τον χρόνο που τρέχει και μας συμπαρασύρει. Για τον θάνατο που μαζί με τους ανθρώπους παίρνει μαζί και τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. Για τους νέους που ανύποπτοι θα περάσουν απ το ίδιο μονοπάτι.
Φεύγοντας, σχεδόν με γυρισμένη την πλάτη, γιατί ο χρόνος συνέχιζε το κυνηγητό, μου είπε: "Νιώθω πια ότι με καταλαβαίνουν, όχι οι άνθρωποι, μα τα λουλούδια, οι γάτες του δρόμου, ο ήλιος, η θάλασσα κι ο ουρανός"
Εμεινα για λίγο μόνη στο γραφείο. Κοίταξα δίπλα μου και το παράπονο είχε φύγει...