
...ξύπνησα με το φιλί της μικρής μας. "Σ΄αγαπάω, μανούλα" μου ψιθύρισε γλυκά στο αυτί. "Θα κάνεις λίγο πιο κει, να με κάνεις αγκαλίτσα;". Ηξερα πως άρχιζε μια όμορφη μέρα. Με τέτοια καλημέρα τίποτα δεν θα μου χαλάσει την διάθεση... Κοίταξα δίπλα μου, άδειο το κρεβάτι, είχες φύγει για δουλειά.
Είχαμε την επέτειο της γνωριμίας μας. Πέρασαν 14 χρόνια! Θυμάσαι πως γνωριστήκαμε; Πως έπλεξε τις τύχες μας η κοινή μας φίλη η Αλίκη; Αχ εκείνο το βράδυ...
Αφού περίσωσα ότι πρόλαβα απ τα κομμάτια μου, όταν ένα χρόνο πριν σμπαράλιασα απ΄το αδιέξοδο που ο έρωτας με είχε βάλει, πέφτοντας σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο, οικειοθελώς, αποφασίσα εκείνο το βράδυ, να βγω επιτέλους από το καβούκι μου.
Παράξενο είναι, μα εκείνο το βράδυ δεν είχα καμιά προσδοκία, τίποτα δεν περίμενα να συμβεί. Ήθελα μόνο να μεθύσω και να αποχαιρετίσω μ΄αυτόν τον τρόπο ότι είχε απομείνει από κεινον, που με πρόδωσε...
Μας σύστησε η Αλίκη και μου πρότεινε να έρθω να σας βρω λίγο αργότερα σε ένα μπαράκι παραθαλάσσιο στον Σχοινιά, την αγαπημένη μου παραλία. Φύγατε μαζί...
...και ήρθα. Μου μιλούσες αλλά εγω δεν ήμουν εκεί. Αλλού ταξίδευε ο λογισμός μου. Ηπια ένα, και δεύτερο και τρίτο... Σου είπα κάτι που σε πείραξε, "Θα είμαι μπροστά, πάω να χορέψω" μου είπες και έφυγες. Ηπια κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο... Η παρέα μου έφυγε κι αυτή, μα εγω δεν ήθελα να φύγω ακόμα. Μου άρεσε αυτό που ζούσα: Εγω, στην παραλία να αποχαιρετώ έναν έρωτα που πέρασε, αφήνοντας την στάχτη του στη θάλασσα κι ύστερα αντι για πικρό καφέ, να πίνω Bacardi με κόλα, πανηγυρίζοντας που έμεινα ζωντανή.
Ηταν η πρώτη φορά που δεν είχα δικό μου μέσο. Περίεργο παίξιμο της τύχης και αυτό αφού ποτέ πριν δεν είχε τύχει κάτι τέτοιο. Αυτόνομη απ΄τα 12 με δικό μου μηχανάκι.
"Μείνε" μου είπε η φίλη μας, "θα σε πάει σπίτι ο Νίκος". Και έμεινα...
Η τύχη ήταν με το μέρος μας. Η Αλίκη έκανε πως νύσταξε (δεν πήραμε τότε χαμπάρι, πως ήταν απλά πρόφαση για να μας αφήσει μόνους) και σου ζήτησε να την πας σπίτι. Μετά το αυτοκίνητο σου έμεινε από λάστιχο και δεν είχες ρεζέρβα, θυμάσαι; Πήγαμε με δανεικό αμάξι σπίτι μου και πήραμε το δικό μου. "Νυστάζεις;" σε ρώτησα. "Οχι" μου αποκρίθηκες, γιατί είχες και συ τους λόγους σου, παρόμοιους με τους δικούς μου κι ήθελες να μείνεις...
Ξεφορτώσαμε ο ένας στον άλλο τον πόνο της καρδιάς μας... Ηπιαμε κι άλλο και κουβεντιάσαμε πολύ εκείνο το πρώτο μας βράδυ και διαφωνήσαμε μα συμφώνησαν οι καρδιές μας που είχαν τόσα κοινά, που διψούσαν η μια να πιεί απ΄το ποτήρι της άλλης.
Σπίτι φτάσαμε τα ξημερώματα κι αυτό γιατί έπρεπε να πας στη δουλειά. Πήγες κατευθείαν. Χωρίς λεπτό ύπνου. Απ το παράθυρο του αυτοκινήτου μου έδωσες το τηλέφωνο της δουλειάς σου. "Πάρε με, μόλις ξυπνήσεις" μου είπες.Ξύπνησα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να σε πάρω τηλέφωνο. "Ξεφόρτωσε, ξεφόρτωσα" σκέφτηκα, "είχαμε πιεί πολύ, αυτό ήταν. Τι να τον πάρω..." Ποτέ δεν μου άρεσε να δεσμεύω. Μόνο με τους όρους της απόλυτης ελευθερίας ήθελα τους ανθρώπους γύρω μου. Σχημάτισα 3-4 φορές το νούμερο του τηλεφώνου σου, μα το έκλεινα στον πρώτο χτύπο....
Τελικά σε πήρα, μα η φωνή μου είχε τόνο αδιάφορο, μιλούσε η λογική, την καρδιά την φίμωσε για λίγο. Το κατάλαβες, μα ήθελες να με δεις, είπες. Βγαίναμε συχνά... και κάποια μέρα δεν άντεξαν οι καρδιές μας... ενωθήκαμε. Ο χορός της αγάπης ξεκίνησε και εμείς σφιχταγκαλιασμένοι ακολουθήσαμε τον ρυθμό της. Κάθε μήνα και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Και οι μήνες περνούσαν, τα τριαντάφυλλα πλήθαιναν. "Σ΄αγαπώ" μου είπες ένα βράδυ, κάπου στο 6 κόκκινο τριαντάφυλλο. Με αναστάτωσες. "Σώπα" σου είπα. "Μην το λές, είναι νωρίς ακόμα και δεν αντέχει άλλη προδοσία η καρδιά μου". Απόρρησες...
Πέρασε κι άλλος καιρός και οι μέρες μας κυλούσαν όμορφα μες το κόκκινο του έρωτα. Σε μάθαινα και σ΄αγαπούσα σιγά σιγά. Με ήξερες και μ΄αγαπούσες και συ. "Ολα τα ζευγάρια έχουν ένα τραγούδι" σου είπα ένα βράδυ στο μπαράκι που συνηθίσαμε να πηγαίνουμε όλο αυτόν τον καιρό "το δικό μας ποιό θα ΄ναι;" "Μας βρήκε εκείνο το βράδυ μόνο του: Θάλασσες,μέσα στα μάτια σου θάλασσες...." Τ΄αγάπησα τα γκριζοπράσινα μάτια σου, την πολύχρωμη καρδιά σου...
Κι ένα βράδυ, που κουρασμένη απ΄τον έρωτά μας, κουλουριάστηκα στην α

γκαλιά σου, μου είπες: "Θα με παντρευτείς;" και εγω δεν το περίμενα, το φοβόμουν μόνο. Ο γάμος ήταν εκτός της πραγματικότητάς μου. "Καλά δεν είμαστε;" σου είπα. "Δεν μ΄αγαπάς!" μου είπες μελαγχολικά. "Και βέβαια σ΄αγαπώ, μα..." και σου αράδιασα όλα μου τα ελαττώματα. Μπας και σου είχε ξεφύγει κανένα και δεν ήξερες. Χαμογέλασες. "Μουρμουράω πολύ" σου είπα. "Δεν με νοιάζει. Σ΄αγαπώ" μου είπες. " Να ξέρεις ότι θα είσαι, ίσως, ο μόνος Ελληνας, που ενώ η γυναίκα του δεν θέλει να παντρευτεί, εκείνος επιμένει." "Γέλασες πάλι" "Δέχομαι" είπες. Αγκαλιαστήκαμε και αφεθήκαμε στο κουμάντο του έρωτα. Και παντρευτήκαμε...
"Μαμά, μαμά δεν ακούς;" με ταρακούνησε η κόρη μας. "Μαμά, δεν σ΄αγαπάω!!!" "Τι;" είπα εγώ "Μαμά, δεν σ΄αγαπάω, ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ!!!" μου είπε....
Και εγω νιώθω τύψεις που νιώθω τόση ΕΥΤΥΧΙΑ, που η ΑΓΑΠΗ με έχει πλημμυρίσει, που είστε Εδώ στην ζωή μου: Εσυ, ο Γιώργος και η Ανθή μας!!! Σας ΑΓΑΠΩ!!!