Ακόμα Καλαμάτα!
Στην φωτογραφία η παραλία μπροστά απ΄το ξενοδοχείο με τα μικρά μας να παίζουν το παιχνίδι "Τα βότσαλα μακριά και στην θάλασσα".
Δεν κρατήθηκαν μακριά απ΄την πισίνα που τον θεωρούν οικείο χώρο λόγω κολυμβητηρίου. Εγω και ο Νίκος δεν τολμήσαμε ούτε το δακτυλάκι μας να βουτήξουμε. Εκείνα όμως...
Βέβαια, μετά το κρύο πιο έντονο έξω και το κλασικό "Μαμά πετσέτα, γρήγορα, κρυώνω" ήχησε στα αυτιά μου.
Θα ήταν τέλεια αν ο καιρός ήταν λίγο καλύτερος έστω κάποιες μέρες...
Μεγάλη Παρασκευή πήγαμε στην εκκλησία της Παναγίας Θεοτόκου νωρίτερα και μπορέσαμε να προσκυνήσουμε και να προσευχηθούμε με την ησυχία μας. Αργότερα στην περιφορά του επιτάφιου τα βεγγαλικά μας έκαναν να χάσουμε την κατάνυξη και το κέφι μας αφού τρόμαξαν τα παιδιά και έβαλαν τα κλάματα.
Επιασα δυό μπαμπάδες που έκαναν φιγούρα πετώντας βεγγαλικά στα μικρά παιδιά τους... Τι να πεις.
Μεγάλο Σάββατο ανεβήκαμε στο χωριό Αλαγονία μες την αγκαλιά του Ταύγετου, ο οποίος στις κορυφές του είχε χιόνια και στις πλαγιές του ροζ χαλιά να κρύβουν την μαυρίλα που άφησε πίσω της η φωτιά. Κάτσαμε και φάγαμε σε μια υπέροχη ταβέρνα. Το φαγητό επίσης υπέροχο!
Η Ανάσταση μας βρήκε σε ένα πανέμορφο μοναστήρι του Προφήτη Ιωήλ. Ησυχα χωρίς βεγγαλικά, μείναμε λίγο παραπάνω... Οι κήποι του πανέμορφοι και όμορφα φροντισμένοι.
Μόνο την Κυριακή του Πάσχα δεν ήταν καλά όσο αφορά το φαγητό. Μιλάμε για χάλια φαγητό που ευτυχώς δεν πληρώσαμε ακριβά. Αχ αυτές οι αντιφάσεις της ζωής.
Σήμερα θα ξημερώσει η μέρα που είναι αφιερωμένη στον Αη Γιώργη. Τον τροπαιοφόρο, τον μεγαλομάρτυρα, τον προστάτη των γεωργών και των κτηνοτρόφων, που ήταν όμορφος και περήφανος πάνω στο άλογό του.
Γιορτάζεται στις 23 Απριλίου εκτός κι αν το Πάσχα πέσει μετά τις 23 οπότε η γιορτή του μεταφέρεται την Δευτέρα του Πάσχα.
Βρήκα ένα τραγούδι που τραγουδιέται στη Στενή Ευβοίας και έκανε τον κόπο να γράψει όπως το θυμόταν η Παρασκευή Γερακίνη, που το αφιερώνω σε όλους τους Γιώργηδες μα ιδιαίτερα στον Γιώργο μας που περίμενε να αλλάξει η μέρα για να του πούμε Χρόνια Πολλά και να αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα ήσυχα και ευτυχισμένος...
Αγιε Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη καβαλάρη
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Αγγελος είσαι στα θεριά και άγιος στη θεότη
παρακαλώ βοήθεια άγιε στρατιώτη.
Από το άγριο θεριό και δράκοντα μεγάλο
όπου του πήγαιναν άνθρωπο κάθε πρωί και άλλον.
Αν δεν του πήγαιναν άνθρωπο, κάθε πρωί στην ώρα
κανέναν δεν άφηνε νερό να πάει στην χώρα.
Τα μπουλένια ρίξανε σε ποιόν θέλουν να τύχουν
τα μπουλένια τύχανε στην βασιλοπούλα
όπου την είχε η μάνα της μια και ακριβούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ΄άκουσε πολύ του κακοφάνει
"όλο το βιός μου πάρτε μου και το παιδί μου αφήστε".
Κόσμος συνταγματεύτηκε στου βασιλιά την πόρτα
"εδώμεις το παιδάκι σου επαίρνουμε κι εσένα".
"Επάρτε το στολίστε το μα τι με τα λιθάρια
και με χρυσά και μ΄αργυρά και με μαργαριτάρια
και δώστε το στο δράκοντα να την γλυκομασήσει".
Στην άκρη εκεί του πηγαδιού ρίξαν τις αλυσίδες
και δέσανε την έμορφη που ΄χε τις κορασίδες.
Αη Γιώργης συμβουλήθηκε θέλει για να την σώσει
από το άγριο θεριό να την ελευθερώσει.
Το γρίβα του εκαβάλησε και τον υποδετίζει
στην άκρη εκεί του πηγαδιού πηγαίνει και καθίζει.
Η κόρη τον εκοίταξε με δακρυσμένο βλέμμακαι παγωμένο αίμα.
Φύγε, φύγε αφέντη μου γιατί θα φάει κι εσένα
τούτο το άγριο θεριό όπου θα φάει κι εμένα.
Ασε με κόρη μ' άσε με λίγο ύπνο να πάρω
κι εγω φονεύω το θεριό κι από εδω σε βγάζω.
Σήκω σήκω αφέντη μου για το νερό αφρίζει
κι ο δράκοντας τα δόντια του για μένα τ΄ ακονίζει.
Αη Γιώργης εσηκώθηκε σαν παραλογισμένος
και το κοντάρι άρπαξε πως ήταν μαθημένος.
Μια κονταριά το χτύπησε, το παίρνει μες στο στόμα
και κατευθείς το ξάπλωσε κάτω στη γη, στο χώμα.
Σύρε κόρη μου στο σπίτι σου, σύρε και στους γονείς σου
και πες τους πως σου γλύτωσα σήμερα τη ζωή σου.
Ο βασιλιάς σαν τ΄ άκουσε, ο βασιλιάς το λέει
χαίρεται το παιδάκι μου, χαίρεται και το βιός μου
χαίρεται κι η κορώνα μου πο΄ χω στη κεφαλή μου.
Χαίρεσαι το παιδάκι σου, χαίρεσαι και το βιός σου
χαίρεσαι και την κορώνα σου πο'χεις στη κεφαλή σου.
Θέλεις να κάνεις χάρισμα, φτιάξε μια εκκλησία
και κάτσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία.
Στην δεξιά του την μεριά φτιάξε έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Αη Γιώργη το λένε τ΄όνομα μ' απ΄την Καπαδοκία....















