....ήταν μια συνηθισμένη ημέρα για εκείνη. Έκλεισε το ξυπνητήρι. Σηκώθηκε βαριεστημένα απ΄το κρεβάτι - σημάδι πως ο ύπνος δεν της ήταν αρκετός - και με την σιγουριά που τόσες επαναλήψεις όμοιων ημερών της έχουν χαρίσει όλα αυτά τα χρόνια - ξεκίνησε τη μέρα της.
Εκανε ένα ντουζ - πάντα την βοηθούσε να ανοίξει τα μάτια της το ζεστό νερό που έτρεχε πάνω της και της χάιδευε πρωί πρωί το κορμί της, όταν όλοι στο σπίτι ακόμα κοιμόντουσαν - ντύθηκε, με τα ρούχα που είχε από το βράδυ ετοιμάσει κι έφτιαξε το πρωινό.
Υστερα σήκωσε ένα - ένα τα παιδιά της. Αν ήταν τυχερή ο μικρός της γιός δεν θα σηκωνόταν με μουρμούρα. "Η ίδια μήτρα πως γεννάει τόσο διαφορετικά παιδιά;" αναρωτήθηκε. Ο μεγάλος της πάντα ξυπνούσε με το πρώτο της κάλεσμα και ντυνόταν μόνος του. Η μεσαία ξυπνούσε αλλά ζητούσε πάντα μια μικρή παράταση ύπνου για χουζούρεμα. Ο μικρός της όμως σχεδόν πάντα ξυπνούσε κακόκεφος - όσες προσπάθειες κι αν έκανε, όσο προσεκτική κι αν ήταν. Υπολόγιζε τον χρόνο ακόμα και για την κακοκεφιά του.
Και πάντα φρόντιζε να τους περισσεύει ένα τέταρτο για να τα αγκαλιάσει και να τα γεμίσει με την αγάπη της. Οταν ερχόταν η ώρα τα πήγαινε στο σχολείο. Περπατώντας. Τα άφηνε στο προαύλιο αφού τους έδινε από ένα φιλί.
Η ημέρα είχε πάρει τον ρυθμό της, είχε ντυθεί με τα πρώτα χρώματα και προχωρούσε...
Αν δεν τύχαινε άλλες μαμάδες, να ανηφορίσουν παρέα με λίγη κουβέντα, ανηφόριζε μόνη. Σήμερα ήταν μόνη. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσει με μεγαλύτερη δόση αέρα τα πνευμόνια της, προκαλώντας σιγά σιγά τις αισθήσεις της.
Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Στον από πάντα φίλο της. Ολα τα ήξερε. Σε εκείνον εμπιστευόταν τα μυστικά της από μικρή. Σ΄εκείνον και στη θάλασσα.
Εφτασε έξω από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής της. Ενα περιπολικό στ

αμάτησε λίγο πιο μπροστά της. Βγήκαν δυό αστυνομικοί και ένας νεαρός με χειροπέδες. Ο νεαρός διασταύρωσε το βλέμμα του με το δικό της. Το κατέβασε σχεδόν αμέσως σαν από ντροπή. Δεν είχε δει πιο άσπρο πρόσωπο. "Απ΄τον φόβο του θα είναι έτσι άσπρος" σκέφτηκε. Τους άφησε να περάσουν μπροστά της. Κοίταξε τις χειροπέδες. "Δεν τις φτιάχνουν με αλυσίδες πια. Εξ
ελίχθηκαν κι αυτές" σκέφτηκε πάλι. Χριστούγεννα στη φυλακή. Εδιωξε τη σκέψη αυτή. Πως να φανταστεί κάτι τέτοιο.
Συνέχισε στο δρόμο της. Η σκέψη της όμως έμεινε να αγκαλιάζει εκείνον τον τυχαίο νεαρό. "Πως αλλάζει έτσι εύκολα ο δρόμος της ζωής μας" μονολόγησε. Ενα λάθος και η κόλαση ανοίγει τις πύλες της για σένα, εδω στη γη... "Μακάρι να μην έκανε τίποτα σπουδαίο" ευχήθηκε.
Πλησίαζε στον σταθμό του ΜΕΤΡΟ. Είδε από δεξιά, αρκετά μακριά ακόμα, ένα λεωφορείο. Ανοιξε αυτόματα τον βηματισμό της να το προλάβει πριν φτάσει. Θα αδειάσει πολύ κόσμο. Δεν της άρεσε να την σπρώχνουν. Δεν ήθελε να της χαλάσει ένα τυχαίο τέτοιο γεγονός την διάθεση. Ηθελε να πάρει την εφημερίδα της ήσυχα κι ύστερα να κατέβει με τις κυλιόμενες σκάλες. Πάντα απορούσε γιατί ακόμα και στις κυλιόμενες ο κόσμος βιαζόταν. "Συγνώμη να περάσω;" έλεγαν πάντα οι βιαστικοί...
Πόση καταπίεση από τόσο μικρά πράγματα δέχεται ο άνθρωπος... Τα μελλοντικά εγκλήματα θα γίνονται "για ασήμαντη αφορμή" προφήτευσε.
Ενιωθε να την πνίγει πολλές φορές το δίκιο της. Και; από παιδί θυμόταν πως δεν μπορούσε να σπρώξει τα άλλα παιδιά στο κυλικείο όπως της έκαναν εκείνα. Θα μεγαλώσω σκεφτόταν τότε και θα δουν.
Μεγάλωσε. Και δεν είδε κανείς τίποτα. Πάλι περίμενε στο περίπτερο και άφηνε τους αγενείς να μπαίνουν μπροστά της. Κι όταν κανένας περιπτεράς πήγαινε να την υπερασπιστεί εκείνη έλεγε δυνατά: "Δώσε στον κύριο, βιάζεται περισσότερο από μένα" και αν ήταν πιο κακόκεφη: "Φάντασμα είμαι και δεν με βλέπουν;"
Τέσσερεις στάσεις μακριά το γραφείο της. 20 χρόνια τώρα αυτός είναι ο πρωινός της προορισμός και έχει ακόμα πολλά χρόνια μπροστά της. Την δουλειά την επέλεξε με συναισθηματικά κριτήρια. Μεγάλη ιστορία...
Προσπαθούσε να είναι όμορφη η παραμονή των ανθρώπων στο χώρο της. Τους έπιανε την κουβέντα. Στην εποχή που ζούμε δεν υπάρχουν άνθρωποι που να θέλουν να ακούσουν αυτά που οι άλλοι θέλουν να πουν. Ίσως γι αυτό ήταν τόσο αγαπητή. Τους άκουγε όλους με προσοχή. Εκλεινε τ΄αυτιά μόνο στις υπερβολές που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουν. Την θύμωνε το ψέμα. Δεν κατάλαβε ποτέ την χρησιμότητά του. Μόνο το αδιέξοδό του μπορούσε να δει. Όταν δεν είχε κέφι, δυνάμωνε λίγο την ένταση της μουσικής περιμένοντας να ακούσει στίχους που θα την παρέσυραν σε σκέψεις όμορφες.
Έτσι κυλούσαν τα 8ωρα πάνω της. Η σημερινή της μέρα κύλησε ήσυχα. Τα τηλεφωνήματα που ήταν λίγο περισσότερα από συνήθως την κούρασαν λίγο. Στον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι ξεσήκωνε απ΄την πρόσφατη μνήμη της τα λόγια της και τις πράξεις της. Μήπως ξέχασε να κάνει κάτι; μήπως είπε κάτι που δεν έπρεπε; Ηταν ο απολογισμός της δουλειάς. Δεν ήθελε να γυρνάει φορτωμένη, με θέματα της δουλειάς στο μυαλό της, σπίτι της. Χαιρέτησε τους συνεργάτες της και βγήκε έξω.
Ενιωθε όμορφα. Πλήρης απο δουλειά, εικόνες, λόγια, μουσικές που οι ραδιοπαραγωγοί επέλεξαν. Ρούφηξε τον μεσημεριανό αέρα. Δεν τελείωσε ακόμα η μέρα. Μόνο κεφάλαιο αλλάζει. Έχει και τις "υπερωρίες" της. Έτσι έλεγε τις δουλειές του σπιτιού. Τα οικοκυρικά... Εκτός από διευθυντικό στέλεχος ήταν και νοικοκυρά και μητέρα και σύζυγος και μαγείρισα και καθαρίστρια και, και, και... "πωπω δεν θα μείνω ποτέ από δουλειά" μονολόγησε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Δεν ένιωθε μόνη. Ο καλός της ήταν δίπλα της. Δεν καυγάδιζαν σχεδόν ποτέ και ήταν πολλά χρόνια μαζί. Νοιαζόταν και αγαπούσε ο ένας τον άλλον. Κοινοί οι στόχοι τους, κοινά τα ενδιαφέροντά τους, κοινή και η μουσική. Ακόμα και οι απόψεις γύρω απ΄την ζωή κοινές ήταν. Μοιράζονταν τα πάντα. Την ξεκούραζε και μόνο η σκέψη πως εκείνος ήταν πάντα δίπλα της, έτοιμος να της πάρει τα φορτία που την βάραιναν. Και εκείνη ήταν πάντα εκεί γι αυτόν.
Θα στόλιζαν σήμερα. Χριστούγεννα έρχονται. "Τόσο νωρίς;" ρωτούσαν οι φίλες
της. "Τόσο" τους απαντούσε "για να χαρούν λίγο παραπάνω τα παιδιά". Ξεσήκωνε απ΄την μνήμη της καρδιάς της τα δικά της παιδικά Χριστούγεννα. Θυμήθηκε κάποια Χριστούγεννα που "ζαχάρωνε" έναν αυτοκινητόδρομο σε μια βιτρίνα και άκουγε τον μπαμπά, πριν κάν τον ρωτήσει, να της απολογείται που δεν είχε τα χρήματα να της τον πάρει. Είχε κρατήσει την στεναχώρια της και τα δάκρυά της για να μην τον στεναχωρήσει. Θα έκλαιγε σπίτι. Μόνη. Θα έλεγε όπως πάντα το παράπονό της ψηλά στον ουρανό...
Μετά θυμήθηκε πως σταμάτησε να στολίζει δέντρο. Για χρόνια. Από τότε που ένιωσε τελείως ανεξάρτητη. Εμπορικές έγιναν οι γιορτές και ψεύτικες τελείως. Ετσι σκεφτόταν τότε. Μέχρι που μπήκε στη ζωή της Εκείνος. Του αρέσει να στολίζει το σπίτι τους. Και όταν ήρθε το πρώτο τους παιδί της ξαναθύμησε τα χαμένα της χριστούγεννα. "Ελα, για το μωρό μας" της έλεγε και την παρέσυρε και γέμιζε το σπίτι στολίδια και φωτάκια να αναβοσβήνουν και μουσικές Χριστουγεννιάτικες.
Βάζει στοίχημα πως θα έχει κατεβάσει μόνος του όλα τα χριστουγεννιάτικα απ΄το πατάρι. Ανησυχεί μήπως τον πιάσει η μέση του. Εχει τους τρόπους του να της κάνει εκπλήξεις. Της αρέσουν οι εκπλήξεις. "Αχ Θεέ μου πόσο τον αγαπώ" φωνάζει μέσα της.
Βάζει το κλειδί στην πόρτα. Δεν κρατιέται άλλο μακρυά τους. Θέλει να τους αγκαλιάσει. Ολη της η ζωή είναι πίσω απ΄την πόρτα αυτή. Ο παράδεισός της. Εκείνος και τα παιδιά τους!"ΕΚΠΛΗΞΗΗΗΗΗ" με το που άνοιξε την πόρτα βρήκε τα πάντα στολισμένα. "Πήρα άδεια για να τα βρείς όλα έτοιμα και στολισμένα" της είπε πριν της δώσει εκείνο το φιλί.Το φιλί που η γεύση του θα μείνει στη καρδιά της όσο θα υπάρχει. *Τήν πήρε στήν αγκαλιά του και άρχισε να την στριφογυρίζει στόν ρυθμό του τραγουδιού, που λές και είχε γράψει εκείνος γιά εκείνη. Καλά θα είναι τα Χριστούγεννα και φέτος. Το ξέρει. Το νιώθει....
Κ Α Λ Α Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Υ Γ Ε Ν Ν Α ! ! !

*Το υπέροχο τραγούδι στο youtube και η πρόταση με κόκκινα είναι παρέμβαση του alexis b. Σε ευχαριστώ που το ομόρφηνες ακόμα περισσότερο!