Θυμήθηκα τις πρώτες μου φωτογραφικές απόπειρες. Τι ειρωνεία - ήταν με θέμα "το βουνό πάνω απ΄το σπίτι μου στην Νέα Μάκρη καίγεται" το σωτήριον (;) έτος 1978.
Η φωτιά ήρθε λίγες βδομάδες αργότερα από το παιχνίδι μας, τους μικρούς εξερευνητές, που ξεχαστήκαμε στο πιο βαθύ σημείο του βουνού. Θυμάμαι ακόμα τα νερά που έτρεχαν, τα πουλιά λες κι είχαν διαγωνισμό τραγουδιού για την ανάδειξη του καλύτερου τραγουδιστή κι εμείς να ονειρευόμαστε... Νομίζω πως τότε αποφάσισα πως αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να έχω ένα ράντζο με όσα ζώα μπορούσαν να χωρέσουν...
Η όμορφη εξερεύνησή μας τελείωσε απότομα στην διαπίστωσή μας πως "πέρασε η ώρα", και πως οι δικοί μας ανήσυχοι θα μας έψαχναν...
Η φωτιά με έκανε να ανατριχιάσω στην σκέψη των πουλιών και των μικρών άγριων ζώων που έχασαν την ζωή τους. Η αστική "ανάπτυξη" έκανε πολλές φορές τις αλεπούδες να κατεβαίνουν στην πόλη ή να στέκονται έντρομες μπροστά στα φώτα των αυτοκινήτων. Πολλές έχασαν την ζωή τους κάτω από τους τροχούς τους.
Και περνούσαν τα χρόνια και οι φωτιές έδιναν συχνά πυκνά το παρόν τους. Το 1982 στον Διόνυσο, το 1993 στον Αγιο Στέφανο, το 1995 στην Πεντέλη, το 1998 ξανά στην Πεντέλη, το 2005 στην Ραφήνα - εκεί πρωτοεμφανίστηκε και η γειτονιά της Αγίας Κυριακής μέσα στο δάσος και πάλι φέτος σε όλη την περιοχή.
Θυμάμαι τις καταθέσεις που έκανα σ΄αυτά τα βουνά. Τις χαρές μου και τις λύπες στα χρόνια της "επανάστασης χωρίς αιτία". Καθόμουν στις στροφές της Πεντέλης και χάζευα την έκτασή της και την θέα του λεκανοπεδίου. Χάζευα την δύναμη της φύσης και την μεγάλη έκταση της Πεντέλης και η ματιά μου χανόταν ώς τον κόλπο του Σχοινιά κι ακόμα πιο πίσω, στην Εύβοια όταν είχε καθαρό ουρανό. Η σπηλιά του Νταβέλη μου θύμιζε τι μπορεί να κάνει ο έρωτας και το κάστρο της Δούκισας της Πλακεντίας γέμιζε από νότες και ήχους κάθε καλοκαίρι απ τις συναυλίες που γίνονταν εκεί. Αργότερα σπίτια κι εκεί κι οι περίοικοι ενοχλούνταν απ΄την "φασαρία" (είναι φασαρία η μουσική;) και σταμάτησαν τις συναυλίες.
Εικοσι πέντε χρόνια θυμώνω με την "ανάπτυξη" που υποχρέωνε τα βουνά να συρρικνώνονται. Το αστεροσκοπείο που άλλοτε έστεκε μόνο του σιγά σιγά απέκτησε γείτονες...
Κι ύστερα τα μεγάλα κεφάλια αποφάσισαν να φέρουν στα Μεσόγεια και το αεροδρόμιο. Κι έτσι ο τόπος που μεγάλωνε αμπέλια για χιλιάδες χρόνια και ελιές που έδιναν τους υπέροχους καρπούς τους, δυό απ΄τα πιο σημαντικά ελληνικά προϊόντα το κρασί και το λάδι ήταν καταδικασμένος στον βωμό της Αττικής ανάπτυξης.
Ηξερα πως κι αν η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, δεν θα είμαι εκεί για να το διαπιστώσω.
Το 1998 που γεννήθηκε ο Γιώργος μου, έγραψα στο λεύκωμά του για τη μεγάλη φωτιά της Πεντέλης και τις συνέπεις στο κλίμα και στην καρδιά μου. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο κι εγω δεν θα μπορούσα να ξαναδώ το βουνό όπως ήταν παρά μόνο στα γεράματά μου.
Κι ύστερα ήρθαν άνθρωποι που φούντωσαν - όπως φουντώνουν οι φωτιές πάνω στα αιωνόβια βουνίσια δέντρα - τις ελπίδες ξανά. Με αναδασώσεις, με περιφρουρήσεις....
Αυτά σκεφτόμουν το βράδυ του Σαβάτου πάνω στην μηχανή που γυρίζαμε για να δούμε την έκταση της καταστροφής. Ο καπνός γέμισε μαυρίλα τα πνευμόνια μου, οι στάχτες εμπόδιζαν την όρασή μου, τ΄αυτιά μου άκουγαν τους πολίτες που προσπαθούσαν να πείσουν τις μοναχές να αφήσουν το μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ κι η φαντασία μου έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο μέλλον κι είδε σπίτια, πολλά σπίτια παντού, όταν περνώντας από μια αυλή ένα νυχτολούλουδο άγγιξε τους αισθητήρες της μύτης μου.
Την Δευτέρα το απόγευμα που γυρνούσα απ΄την δουλειά, με τ΄αεροπλάνα να πετούν ακόμα, σταμάτησα σ΄ενα φυτώριο και αγόρασα μια μικρή Κορωναίϊκη ελιά.
Ενα αιωνόβιο δέντρο για να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα κι ας μην είμαι εκεί να το διαπιστώσω.
*Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε εκείνο το νυχτολούλουδο που ζωντάνεψε αυτό που οι άνθρωποι προσπαθούν τόσα χρόνια να κάψουν: Τις ελπίδες μας...

** Η δεύτερη φωτογραφία είναι του Bob που την τράβηξε στην παραλία της Νέας Μάκρης.
***Η τελευταία είναι απ΄την Πεντέλη μετά την φωτιά. Μεγάλες εκτάσεις γυμνές από δέντρα.