



Ο Ράντυ δεν ήταν λογοτέχνης, ούτε ποιητής. Ηταν ένας καθηγητής που κατάφερε να δει τα όνειρά του να πραγματοποιούνται και θέλησε με τον θάνατο να στέκεται τόσο πρόωρα δίπλα του, (ήταν μόνο 47 χρόνων) να δώσει κουράγιο και δύναμη στους νέους κυνηγούς ονείρων. Την διάλεξη, είπε, την έδωσε πρώτα για τα παιδιά του -τον Ντύλαν που ήταν 6, τον Λόγκαν που ήταν τριών και την Κλόε που ήταν μόλις δεκαοκτώ μηνών - και μετά για τους φοιτητές του. Εχασε την μάχη με τον καρκίνο στις 25 Ιουλίου 2008.
Το βιβλίο το διάβασα δυνατά στις διαδρομές που κάναμε οικογενειακώς προς τους διάφορους προορισμούς μας. Δεν υπήρξε σελίδα που να διάβασα και να μην έκλαψα. Είδα πολλές φορές τα μάτια του Νίκου υγρά. Ακουσα τις απορίες των παιδιών που ρωτούσαν πως "αφού ήξερε πως θα πέθαινε γιατί δεν πήγαινε στον γιατρό;" ή "και τώρα τα παιδιά θα είναι χωρίς μπαμπάκα;" Δεν ξέρω πως κατάφερε να χωρέσει τόσο συναίσθημα ένα τόσο μικρό βιβλίο...
Το βιβλίο γράφτηκε από τον Τζέφρυ Ζάζλοου, της Wall Street Journal που ήταν παρόν στην διάλεξη.
Ο Ράντυ ήταν καθηγητής επιστήμης υπολογιστών με ειδίκευση σε Human Computer Interaction and Design στο πανεπιστήμιο Carnegie Mellon. Βραβευμένος καθηγητής και ερευνητής, είχε συνεργαστεί με τις εταιρείες Adobe, Google, Electronic Arts και Walt Disney Imagineering, ενώ υπήρξε από τους πρωτεργάτες του Alice Progect, ενός πρωτοποριακού τρόπου εισαγωγής ων εφήβων στην επιστήμη των υπολογιστών.
Γράφει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του:
"Τι είναι αυτό που με κάνει μοναδικό;" Καθόμουν με την Τζέι, την γυναίκα μου, σε μια αίθουσα αναμονής στο νοσοκομείο Τζον Χόπκινς, περιμένοντας τα αποτελέσματα μιας ακόμα εξέτασης, και άρχισα να την βομβαρδίζω με τις σκέψεις μου. "Ο καρκίνος δεν με κάνει μοναδικό" είπα. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό. Περισσότεροι από 37.000 Αμερικανοί το χρόνο ανακαλύπτουν ότι πάσχουν από καρκίνο στο πάγκρεας. Σκέφτηκα πολύ το πως όριζα τον εαυτό μου: ως καθηγητή, ως επιστήμονα ειδικό στην πληροφορική, ως σύζυγο, ως πατέρα, γιο, φίλο, αδελφό, μέντορα για τους φοιτητές μου. Ολοι αυτοί ήταν ρόλοι με τεράστια σημασία για μένα. Με έκανε όμως κάποιος από αυτούς τους ρόλους να ξεχωρίζω;
Αναρωτήθηκα: "Τι έχω εγω, αποκλειστικά και μόνο εγω, πραγματικά να προσφέρω;"
Και τότε, σε εκείνη την αίθουσα αναμονής, ξαφνικά κατάλαβα τι ήταν αυτό που έψαχνα. Μου ήρθε στο μυαλό σαν επιφοίτηση. Οποια κι αν ήταν τα επιτεύγματά μου, όλα τα πράγματα που αγαπούσα είχαν τις ρίζες τους στα όνειρα και στα σχέδια που έκανα από παιδί... και στους τρόπους με τους οποίους είχα καταφέρει να τα πραγματοποιήσω σχεδόν όλα. Η μοναδικότητά μου, συνειδητοποίησα, βρισκόταν στις λεπτομέρειες όλων των ονείρων - απο τα απίστευτα σημαντικά ως τα εντελώς ιδιόρρυθμα - που καθόριζαν τα 46 χρόνια ζωής μου. Ενω καθόμουν εκεί, συνειδητοποίησα ότι, παρά την ασθένειά μου, πραγματικά θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό επειδή είχα πραγματοποιήσει αυτά τα όνειρα. Και είχα πραγματοποιήσει τα όνειρά μου, σε μεγάλο βαθμό, χάρη σε πράγματα που με δίδαξαν ένα σωρό ξεχωριστοί άνθρωποι στη διάρκεια της ζωής μου. Αν κατόρθωνα να πω την ιστορία μου με το πάθος που ένιωθα, η διάλεξή μου μπορεί να βοηθούσε τους άλλους να βρουν το δρόμο για να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα. Ετσι ονόμασα την διάλεξη μου "Πραγματοποιώντας τα παιδικά σου όνειρα".
Κάπου αλλού γράφει: "Ο άνθρωπος περπάτησε για πρώτη φορά στο φεγγάρι το καλοκαίρι του 1969, όταν ήμουν οκτώ χρονών. Τότε κατάλαβα ότι σχεδόν τα πάντα είναι δυνατά. Ηταν λες και όλοι μας, σε ολόκληρο τον κόσμο, είχαμε κερδίσει το δικαίωμα να κάνουμε μεγάλα όνειρα."
"Πάρα πολλοί άνθρωποι πορεύονται στη ζωή παραπονούμενοι συνεχώς για τα προβλήματά τους. Πάντοτε πίστευα ότι, αν διοχέτευες στην επίλυση του προβλήματος το ένα δέκατο της ενέργειας που καταναλώνεις στα παράπονα, θα έμενες έκπληκτος από το πόσο καλά μπορεί να εξελιχτούν τα πράγματα".
Κάπου παρακάτω αναφέρεται σε ένα περιστατικό: "Στο τελευταίο μεγάλο ταξίδι του πατέρα μου στην Ντίσνεϋγουορλντ περιμέναμε το τρένο του υπέργειου σιδηρόδρομου μαζί με τον Ντύλαν, που ήταν τότε τεσσάρων. Ο Ντύλαν ήθελε πολύ να καθίσει στην καταπληκτική κωνική μύτη του οχήματος, μαζί με τον οδηγό. Ο πατέρας μου που λάτρευε τα θεματικά πάρκα, το έβρισκε επίσης φοβερό.
-Κρίμα που δεν αφήνουν τους επισκέπτες να καθίσουν εκεί πέρα, είπε.
-Χμμμμ, έκανα. Να σου πω την αλήθεια, μπαμπά, έχοντας δουλέψει σαν "φαντασιομηχανικός" έμαθα ότι υπάρχει ένα κόλπο για να καθίσει κανείς μπροστά. Θέλεις να το δεις;
- Φυσικά! είπε.
Προχώρησα προς τον χαμογελαστό ελεγκτή του υπέργειου σιδηρόδρομου της Disney και του είπα:
- Με συγχωρείτε, θα μπορούσαμε να καθίσουμε οι τρείς μας στο μπροστινό βαγόνι πίσω από τον οδηγό;
- Βεβαίως κύριε, απάντησε ο ελεγκτής.
Ηταν μια απ΄τις ελάχιστες φορές που είδα τον πατέρα μου στήλη άλατος από την έκπληξη.
"Σου είπα ότι υπάρχει κόλπο" του εξήγησα καθώς αναπτύσσαμε ταχύτητα προς το Μαγικό Βασίλειο. "Δεν είπα ότι ήταν ένα δύσκολο κόλπο..." Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να ρωτήσεις.
Το μάντρα του ήταν: "Οι τοίχοι υπάρχουν για κάποιο λόγο. Δεν βρίσκονται εκεί για να μας κρατήσουν απ΄έξω. Οι τοίχοι υπάρχουν για να μας δώσουν την ευκαιρία να δείξουμε πόσο πολύ θέλουμε κάτι."
Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου γράφει: "Τα όνειρά μου για τα παιδιά μου είναι πολύ συγκεκριμένα. Θέλω να βρουν το δικό τους μονοπάτι προς την ολοκλήρωση. Και, καθώς εγω δε θα υπάρχω πια, θέλω να τους ξεκαθαρίσω κάτι: Παιδιά, μην προσπαθείτε να βρείτε τι ήθελα εγω να γίνετε. Θέλω να γίνετε αυτό που εσείς θέλετε να γίνετε.και παρακάτω:
"Υπάρχουν τόσα πράγματα που συζητάμε εγω και η Τζέι στην προσπάθειά μας να συμβιβαστούμε με το πως θα είναι η ζωή της όταν θα έχω φύγει. Η λέξη "τυχερός" είναι μάλλον περίεργη για να περιγράψει την κατάστασή μου, αλλά ένα κομμάτι μου νιώθει στ΄αλήθεια τυχερό που δε με χτύπησε κάποιο λεωφορείο. Ο καρκίνος μου έδωσε το χρόνο να κάνω με την Τζέι αυτές τις ζωτικές συζητήσεις, οι οποίες δε θα μπορούσαν να γίνουν αν η μοίρα μου ήταν μια καρδιακή προσβολή ή ένα τροχαίο δυστύχημα.
Στο τέλος της διάλεξης ο Ράντυ έφερε μια τούρτα για τα γενέθλια της γυναίκας του που ήταν την προηγούμενη μέρα. Ο ίδιος γράφει:
"Πραγματικά δεν είχα ιδέα τι θα έκανα ή τι θα έλεγα όταν το ακροατήριο θα τραγουδούσε το "Να ζήσεις Τζέι και Χρόνια Πολλά..." Αλλά, καθώς την καλούσα στη σκηνή και την παρακολουθούσα να έρχεται προς το μέρος μου, με κυρίευσε μια φυσική παρόρμηση. Και εκείνην το ίδιο, υποθέτω. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε, στην αρχή στα χείλη και μετά την φίλησα στο μάγουλο. Το κοινό χειροκροτούσε διαρκώς. Τους ακούγαμε, αλλά ήταν σαν να βρίσκονταν μίλια μακριά.
Ετσι όπως είμασταν αγκαλιασμένοι, η Τζέι ψιθύρισε κάτι στο αυτί μου: ¨
"Σε παρακαλώ, μην πεθάνεις".
Στο τέλος της ομιλίας λίγο πριν κλείσει είπε:
Το θέμα δεν είναι πως θα πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου, είναι πως θα ζήσεις τη ζωή σου. Αν ζήσεις τη ζωή σου με σωστό τρόπο, το κάρμα θα κανονίσει τα υπόλοιπα. Τα όνειρα θα έρθουν σε σένα.