
...η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη από τα θέλω της.
Ηθελε να τον ξεμυαλίσει. Να φύγουν παρέα. Να μπουν στο αυτοκίνητο και όπου τους βγάλει.
Οπως τότε που πρωτοσυναντήθηκαν. Τότε που η νύχτα απλωμένη κοίμιζε τους ανθρώπους με όνειρα. Εκείνοι θα ζούσαν ένα όνειρο που μόλις ξεκίναγε. Ενα ζωντανό όνειρο, που όμως αγνοούσαν. Ηταν εκεί δίπλα στην θάλασσα την πολυαγαπημένη που όλα τα λάθη τους, έγιναν πάθος, έγιναν έρωτας. Ατόφιος, χωρίς γιατί, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς λόγια.
Ούτε που υποπτευόντουσαν τότε πως ο έρωτάς τους θα γινόταν δέντρο, καρποφόρο, θα γινόταν αγάπη.
Πήρε φόρα εκείνη. "Σε θέλω" του ψιθύρισε μυστικά στο αυτί. Αμήχανο χαμόγελο εκείνος. "Τώρα; μα στρώνουν το τραπέζι... τα παιδιά;" "Ελα που ξέχασες πως κάνουν κοπάνες..." τον παρότρυνε εκείνη κλείνοντάς του το μάτι...
"Που πάτε εσείς; Στρώθηκε το τραπέζι..."
"δεν θα αργήσουμε" ήρθε η απάντηση και απ΄τα δυό χείλη.
"Μα θα κρυώσουν..."
"ξεκινήστε και θα σας προλάβουμε"
Σε ποιό μυαλό να πάει η σκέψη πως το πάθος τους υπάρχει ακόμα; Πως ο έρωτας τους δεν μπορεί να περιμένει;
Βγήκαν έξω. Τα μάτια τους έλαμπαν από χαρά. Σαν σκανδαλιάρικα παιδιά που ποτέ κανείς δεν θα μάθει τι σκαρφίστηκαν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Πήγαν κοντά στην αγαπημένη τους θάλασσα. Λίγο πιο κει στεκόταν το εκκλησάκι. Το εκκλησάκι τους. Αυτό που κοινωνός της αγάπης τους έγινε πριν χρόνια.
"Μ΄αγαπάς;"
"Σ΄ αγαπώ!"
"Θα με αγαπάς για πάντα;"
"Θα σε αγαπώ όσο θα χρειάζεσαι την αγάπη μας"
Φιλήθηκαν και αγκαλιάστηκαν.
Εγιναν για άλλη μια φορά ένα. Εκεί στο πλάι της φίλης τους της θάλασσας...